Μπραμ Στόκερ
Στις 26 Μαΐου του 1897 κυκλοφορεί για πρώτη φορά το μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ, Δράκουλας και καθορίζει για πάντα ένα πρόσωπο ιστορικό ως μύθο. Η ιστορία του Μπραμ Στόκερ έμελλε να γίνει αφορμή για πολλά μυθιστορήματα του είδους που ξεκινάει ο συγγραφέας, ο πρωταγωνιστής του να γίνει ήρωας σε πολλές κινηματογραφικές επιτυχίες, αλλά και αφορμή για να γραφτούν μυθιστορήματα γύρω από το πρόσωπο του πιο μισητού και απεχθούς βαλκάνιου κυβερνήτη του κόσμου.
Όλα ξεκινούν όταν ένας δικηγόρος από το Λονδίνο, ο Τζόναθαν Χάρκερ, καλείται στον πύργο του Δράκουλα προκειμένου να αγοράσει ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο. Ο Χάρκερ θα ζήσει όλη τη φρίκη και τον σκοτεινό κόσμο του κόμη και θα παγιδευτεί σε ένα παιχνίδι περιπέτειας και διάσωσης του ίδιου και της όμορφης αρραβωνιαστικιάς του, της Μίνας και της φίλης της Λούσι. Στον κόσμο της κόλασης και της βίαιης υπερφυσικής οντότητας του Δράκουλα, θα κληθεί να πολεμήσει ο Δρ. Βαν Χέλσινγκ, ο κυνηγός βρικολάκων, που θα αποκαλύψει τη φρικτή αλήθεια της ζωής του κόμη των Καρπάθιων Όρεων.
Ο Μπραμ Στόκερ θα δημιουργήσει ένα μυθιστόρημα σε μορφή επιστολών και γραμμάτων, αφού πρώτα θα έχει ψάξει με επιμέλεια τον αληθινό βίο του βοεβόδα της Βλαχίας Βλαντ Τσέπες ή Βλαντ Ντακούλ, που έζησε τον 15ο αιώνα, και της παράδοσης που είχε δημιουργηθεί γύρω από το όνομά του. Το μυθιστόρημά του, αν και με την πρώτη ματιά φαντάζει ως το είδος λογοτεχνίας που αφορά μια ιστορία φρικιαστική, χαρακτηρίζεται από ρομαντισμό και πολλά στοιχεία κοινωνικού ενδιαφέροντος, αφού αποτυπώνει τη ζωή μιας άλλης εποχής, τόσο στον τόπο δράσης, τη Βλαχία, αλλά και στο Λονδίνο του 19ου αιώνα. Η σύνδεση του Βλάντ με τα βαμπίρ, δηλαδή τους βρικόλακες, έγινε μέσω του Μπραμ Στόκερ, αφότου είχε μελετήσει την ρουμανική λαογραφία, η οποία χαρακτηρίζεται σε πολλά σημεία από τις δεισιδαιμονικές της τάσεις απέναντι στην ύπαρξη των βαμπίρ. Ο Στόκερ κατάφερε να φέρει στον σύγχρονο κόσμο ένα πρόσωπο-μύθο, αιμοσταγή και καταχθόνιο και να του δώσει μια υπόσταση ανθρώπινη, αφού η αφήγησή του περιέχει την τραγική ιστορία του κόμη και τον θάνατο της αγαπημένης του γυναίκας. Έτσι, χάρισε στον μύθο ρομαντισμό, βάθος και πολυπλοκότητα. Δημιούργησε τον απόλυτο μύθο που ταξιδεύει μέχρι τις μέρες μας με διάφορους τρόπους -στον κινηματογράφο, σε μορφή κόμικ και σε άλλα μυθιστορήματα ιστορικού ενδιαφέροντος.

Για την ιστορία, αξίζει να αναφερθεί πως ο Βλαντ Τσέπες έζησε από το 1431 έως το 1476, ήταν χριστιανός ορθόδοξος ιππότης και είχε το προσωνύμιο «Παλουκωτής». Οργάνωσε με βαρβαρότητα και με ακατανόμαστη βιαιότητα την περιοχή που διοικούσε, ενώ πολέμησε με πάθος και πείσμα τους Οθωμανούς μέχρι το τέλος της ζωής του. Στην πραγματική Ιστορία, καταγράφεται ότι ο χαρακτηρισμός «Παλουκωτής» τού δόθηκε επειδή τη νύχτα της 17ης Ιουνίου 1462, στην εκστρατεία του στη Βουλγαρία, παλούκωσε 15.000 Τούρκους.
Ο αιμοδιψής Δράκουλας δεν προκαλεί πια τον τρόμο, άλλα πιο τρομακτικά πλάσματα έχουν δημιουργηθεί από τη φαντασία των δημιουργών τους, αλλά θα είναι για πάντα ο εκπρόσωπος του σαγηνευτικού φόβου και της γοτθικής λογοτεχνίας που έμεινε αναλλοίωτος στον χρόνο.
Τη μετάφραση του Δράκουλα, του Μπραμ Στόκερ, όπως ανακάλυψε το 2002, η Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, την είχε κάνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, το 1902. Σύγκρινε τις ημερομηνίες που είχε δημοσιευτεί αποσπασματικά στην εφημερίδα Νέον Άστυ, την περίοδο που ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εργαζόταν στην εν λόγω εφημερίδα. Στοιχεία και χαρακτηριστικά του τρόπου γραφής και του ύφους του, καθώς και γλωσσικών τεκμηρίων, αποδεικνύουν πως η πατρότητα της μετάφρασης είναι του σπουδαίου λογοτέχνη.
Η μετάφραση του Δράκουλα από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κίχλη.
5 Μαΐου. Εἰς τὸν Πύργον. — Τὸ θαμβὸν τῆς πρωίας παρῆλθε, καὶ ὁ ἥλιος εἶναι ὑψηλὰ εἰς τὸν μακρινὸν ὁρίζοντα, ὁ ὁποῖος φαίνεται φραττόμενος, ἂν ἀπὸ δένδρα ἢ βουνὰ δὲν ἠξεύρω, καθότι ἀπέχει τόσον πολὺ ὥστε τὰ μεγάλα ἀντικείμενα καὶ τὰ μικρὰ συγχέονται. Δὲν ἔχω ὕπνον, κ᾿ ἐπειδὴ δὲν θὰ ἔλθουν πρὸς ἐπίσκεψίν μου πρὶν ἐξυπνήσω, φυσικῷ τῷ λόγῳ, γράφω ἑωσότου ἔλθῃ ὁ ὕπνος. Ἔχω πολλὰ παράδοξα νὰ ἐκθέσω.
Ὅταν εἰσῆλθα εἰς τὸ λεωφορεῖον, ὁ ἡνίοχος δὲν εἶχε λάβει τὴν θέσιν του καὶ τὸν εἶδα νὰ ὁμιλῇ μὲ τὴν ξενοδόχον. Προφανῶς ὡμιλοῦσαν δι᾿ ἐμέ, διότι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μ᾿ ἐκοίταζαν, καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐκάθηντο ἐπὶ τοῦ βάθρου ἔξω τῆς θύρας ἐπῆγαν καὶ ἠκροῶντο καὶ εἶτα ἔρριπτον βλέμματα πρὸς ἐμέ, μᾶλλον οἴκτου καὶ λύπης. Συνέβη ν᾿ ἀκούσω ὀλίγας λέξεις συχνὰ ἐπαναληφθείσας, ἀλλοκότους λέξεις, διότι ὑπῆρχον πολλαὶ φυλαὶ ἀνθρώπων εἰς τὸ πλῆθος ἐκεῖνο· ὅθεν ἡσύχως ἔβγαλα τὸ πολύγλωσσον λεξικόν μου ἀπὸ τὴν βαλίτσαν μου καὶ τὰς ἀνεζήτησα. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἦσαν λέξεις εὐάρεστοι δι᾿ ἐμέ, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν Ὀρδόγ (Σατανᾶς), Ποκόλ (Κόλασις), Στρεγόϊκα (Στρίγλα), Βρολὸκ καὶ Βιλκοσλάκ (ἀμφότερα παρεφθαρμένα σημαίνουσι τὸν βρυκόλακα, εἶναι δὲ ἡ πρώτη λέξις σλοβακική, ἡ δευτέρα σερβική).