Mar;ia Iordan;idoy, Lvj;antra
Η Μαρία Ιορδανίδου ε μια συνέντευξή της στο Μονόγραμμα της ΕΡΤ, σε ερώτηση της δημοσιογράφου σχετικά με τους λόγους που αγαπήθηκαν τα μυθιστορήματά της, είχε πει:
Θα μου πείτε γιατί τα βιβλία μου είχαν αυτή τη μεγάλη επιτυχία, αφού εγώ δεν είμαι ούτε άνθρωπος των γραμμάτων, ούτε διανοούμενη ούτε τίποτα…
»Κατά τη γνώμη μου, η επιτυχία ετούτων των βιβλίων οφείλεται στο ότι ο κόσμος πνίγηκε μέσα στα καυσαέρια, μέσα στον θόρυβο και τον παραλογισμό. Επιθύμησε λιγάκι καθαρό αέρα, απλότητα, τη χαρά της ζωής και γέλιο, γαλήνη ψυχής κι ανθρωπιά…»
Όση ώρα απαντά στην ερώτηση της δημοσιογράφου, κρατά στο χέρι της ένα κομπολογάκι, έχει γύρει το κεφάλι της στο χέρι -σαν να λέει αμανέ- και δίπλα της είναι ένα περίτεχνο, παλιό, μπορεί και της γιαγιάς της της Λωξάντρας κληροδότημα, φλυτζανάκι του καφέ, που σίγουρα μοσχοβολά το άρωμα του καβουρδισμένου καρπού που έχει βράσει αργά στη φωτιά.
«Ξαπλωμένη πάνω σε δυο ηπείρους ανοίγει η Πόλη τα στήθια της, στον βοριά της Μαύρης Θάλασσας από τη μια μεριά, και στη νοτιά του Μαρμαρά από την άλλη. Γιουρούσι λες και κάνουν τα δυο αντίθετα ρεύματα για να την κατακτήσουν. Παλεύει η Δύση με την Ανατολή, και τη διεκδικούνε κι αφρίζουνε και κλωθογυρίζουνε μπροστά στην πούντα του Σαράι Μπουρνού, στα πόδια της Αγιά Σοφιάς, μες στην καρδιά της Πόλης» (απόσπασμα από τη Λωξάντρα)
Εκεί, μες στην καρδιά της Πόλης γεννήθηκε η Μαρία Ιορδανίδου, το 1897, με την ξακουστή γιαγιά κι αγαπημένη γιαγιά όλων μας.
«Για τους Ρωμιούς της Πόλης, οι Τούρκοι ήταν ένα πράγμα ακαθόριστο, ήταν κάτι, σαν να λέμε, χολέρα, πλημμύρα, σεισμός· οι Τούρκοι γενικά, ως έννοια, η λέξη Τούρκος…Αλλά, ειδικά…ο Αχμέτ, ο Αλής, ο Μεχμέτ, ο Χασάν, που ήταν δίπλα τους, τι σχέση είχαν με αυτούς; Τους Τούρκους; Αυτοί ήταν πρώτης τάξεως άνθρωποι, αγαπημένοι μεταξύ τους…»
Έτσι περιγράφει η Μαρία Ιορδανίδου τα χρόνια της στην Πόλη, με τα μάτια ενός μικρού παιδιού. Η γιαγιάς της, λέει, δεν έβαζε μες στο σπίτι άλλης εθνικότητας άνθρωπο, αλλά, το πρωί, έψηνε καφέ και τον έβγαζε έξω στο κατώφλι για να τον πιεί με τον Τούρκο νυχτοφύλακα. Η αφήγησή της είναι ονειρική, σε ταξιδεύει με τη φωνή της σε άλλα χρόνια, με τρόπο μαγικό, σε υπνωτίζει και πλάθει εικόνες μέσα στο κεφάλι σου, ώστε, αν κλείσεις τα μάτια, θα νομίζεις πως βρίσκεσαι στο σπίτι της Λωξάντρας, σε ένα σοκάκι στον Καύκασο ή πως θα σεργιανίζεις, μαζί με την Άννα, στα στενά της Αλεξάνδρειας, από το μυθιστόρημά της Σαν τα τρελά πουλιά, και θα ξαποστάσεις στον ακάλυπτο, στην αυλή μιας πολυκατοικίας στο τελευταίο της μυθιστόρημα Η Αυλή μας.
Εξομολόγηση του Δημήτρη Φωτιάδη για το πώς έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα, τη Λωξάντρα, στα 65 της χρόνια:
Συχνά μας έλεγε ιστορίες της Πόλης σκιαγραφώντας τη γιαγιά της, τη Λωξάντρα.
-Μαρίκα, δεν κάθεσαι να τα γράψεις όλ’ αυτά που μας ανιστοράς, της έλεγα.
-Λωλάθηκες! μου αποκρινόταν. Εγώ το μόνο που έμαθα να κάνω είναι να γράφω αιτήσεις.
-Γράψε τα όπως τα λες, κι αυτό φτάνει.
Η Μαρίκα τίποτα. Αμετάπειστη! Μια μέρα με παίρνει στο τηλέφωνο.
-Δημήτρη, έγραψα τη Λωξάντρα.
-Τι;
-Να, τα όσα σου ανιστορούσα για την Πόλη.
-Μπράβο, Μαρίκα.
Τι μπράβο κάθεσαι και μου λες. Κανείς εκδότης δεν το βγάζει.
-Να το τυπώσεις μόνη σου.
-Και πού θα βρεθούν τα λεφτά;
-Να δανειστείς.
Έπειτα από κάμποσο καιρό έρχεται η Μαρίκα μ’ ένα βιβλίο στο χέρι. Ήταν η Λωξάντρα. Το διάβασα και συναρπάστηκα. Η αφήγησή της ή, πιο σωστά, ο τρόπος που ζωντάνευε τα περασμένα, ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου.
Ύστερα από δυο μήνες, η Μαρίκα μου τηλεφωνά.
-Πούλησα 200 βιβλία. Έβγαλα τα μισά μου έξοδα.
-Θα τα πουλήσεις όλα, Μαρίκα.
-Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί.
Πέρασαν ακόμη λίγοι μήνες και με παίρνει στο τηλέφωνο.
-Δημήτρη, τα πούλησα όλα!»

Λωξάντρα
Στο Μπαλουκλί της Πόλης ζει μία γυναίκα με τον άντρα της και τα παιδιά του άντρα της. Η οικογένεια της ανήκει στην προνομιούχα τάξη. Έχει την πιο μεγάλη αγκαλιά για όλους, το σπίτι της μοσχοβολάει από τα φαγητά και τα γλυκά, από την πάστρα και την τάξη και κάθε κομμάτι του σπιτιού αυτού σκορπάει καλοσύνη και κιμπαροσύνη. Ο χρόνος περνάει, οι αγαπημένοι της φεύγουν σιγά σιγά από κοντά της και καταλήγει στην Ελλάδα με την κόρη της και την εγγονή της για να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής που της απέμεινε. Σε φτωχική γειτονιά, μα πάντα με την αγάπη και το χαμόγελο την καλοσύνη και τη ζεστασιά, μέχρι να κλείσει τα μάτια της. Η εγγονή της είναι η Μαρία Ιορδανίδου και γράφει για τη γιαγιά της τη Λωξάντρα! Τη γιαγιά που αγαπήσαμε όλοι!
Η ιστορία της Λωξάντρας είναι κάτι παραπάνω από μία βιογραφία. Είναι μια κληρονομιά πολιτιστική, αλλά πάνω απ΄ όλα ηθογραφική, αφού μέσα από τον βίο της αγαπημένης Πολίτισσας, κατανοεί ο μεταγενέστερος αναγνώστης τον τρόπο σκέψης και τον χαρακτήρα των Ελλήνων της Πόλης, πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους, αλλά και της συνύπαρξης τους με τους Τούρκους, καθώς και με άλλους λαούς στο χωνευτήρι αυτό του κόσμου. Οι μεγάλες ιστορικές στιγμές που περνάνε μέσα από τις σελίδες αυτού του έργου είναι καθοριστικές για την παγκόσμια σκηνή και δημιουργούν ένα υπόβαθρο ρεαλισμού και ιστορικής πραγματείας, μέσα από τα μάτια των ηρώων της ιστορίας. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η σφαγή των Αρμενίων, ο πόλεμος του 1897, οι ταραχές των αρχών του 20ού αι. στην Αθήνα, η εκλογική νίκη του Δηλιγιάννη και η δολοφονία του, η επανάσταση στου Γουδή, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Η Λωξάντρα εκφράζει έναν ολόκληρο κόσμο που πεθαίνει για να ανατείλει ένας άλλος, σκοτεινός και αβέβαιος με την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου. Άλλωστε, σε αυτό το σημείο τελειώνει και το βιβλίο, με τον θάνατο της Λωξάντρας, στην έναρξή του, τον Ιούλιο του 1914, και όπως λέει το βιβλίο, «Ανοίγει ο Aδης το στόμα του, αρχίζει ποτάμια το αίμα να κυλάει. Καινούργια εποχή γεννιέται».
Η Λωξάντρα είναι μία δυναμική και αποφασιστική γυναίκα και το βιβλίο της το γεμίζει η ίδια μοσχοβολιές και αρώματα, συνταγές, μπαχάρια και γλυκίσματα, κομμάτια από μυρωδάτο παστουρμά, μπουρέκια και χιουνκιάρ μπεϊγεντί. Είναι στην πραγματικότητα η τροφοδότρια Ελλάδα της Πόλης που κρατάει ισορροπίες, ελίσσεται και βρίσκει λύσεις, στενάζει και γλεντάει, αγαπάει τους Τούρκους γείτονές της και ρίχνει το ανάθεμα σε όσους καπηλεύονται την αγαστή συνύπαρξη των λαών. Προστρέχει και προστατεύει τους αδύναμους, από όποια πλευρά κι αν είναι, και κατέχει το μεγάλο μυστικό στην επιτυχία κάθε συνταγής ανθρώπινης. Την αγκαλιά και την αγάπη. Κανείς δεν ξέρει το μυστικό της επιτυχίας της ή έτσι πιστεύουν όλοι και ρωτάνε. Μα το μυστικό κάθε επιτυχίας δεν είναι το μπαχάρι, ούτε η τεχνική, ούτε μία μαγική και μυστική συνταγή. Το μυστικό σε αυτόν τον κόσμο είναι η αλληλεγγύη. Αυτή είναι η Λωξάντρα και το βιβλίο της.
Απόσπασμα
Έπεσε ο κόσμος με τη φασαρία του πολέμου και άφησε της έγνοια της Λωξάντρας. Ησύχασε το κεφάλι της. Όχι που ο κόσμος εκείνη την εποχή σκοτίζονταν και πολύ για τα πολιτικά. Κι άλλοι πόλεμοι γίνανε, όμως κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Να, τότες με τον Κριμαϊκό. ”Τι έκανε, λέει; Πόλεμος; Πού είναι ο πόλεμος; Για καλό μας είναι ή για κακό μας;” Αν ήταν για καλό μας, ”Δόξα σοι ο Θεός”. Αν ήταν για κακό μας, ΄΄Φύλαξε, Παναΐα μου, την Πόλη από τα αγαρηνά σκυλιά! Σουλτάνα, τρέξε ν΄ ανάψεις την καντήλα!» Ποιος πήρε το χαμπάρι πως στην Κρήτη ξέσπασε Επανάσταση και πως η χρεωκοπημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία με δυσκολία την κατέπνιξε; Όταν ανατράπηκε και δολοφονήθηκε ο Σουλτάν Αζίζ, η Λωξάντρα το έμαθε τυχαία. Ένα βράδυ, ύστερα από το φαγητό, ο Δημητρός είχε όρεξη να καπνίσει από τον καπνό που είχε στο πήλινο βάζο.
-Φέρε με, Λωξάντρα μου, το κεφάλι του Σουλτάν Χαμίτ να στρίψω τσιγάρο. (Έτσι σαν κεφάλι ήταν αυτό το βάζο)
-Του Σουλτάν Αζίζ θέλεις να πεις, του είπε η Λωξάντρα.
-Σους, μίλα πιο σιγά! Ο Σουλτάν Αζίζ δεν έχει πια κεφάλι· του το κόψανε και ο διάδοχός του λέει, Σουλτάν Μουράτ τρελάθηκε (θες πίστεψ΄ το, θες μην το πιστεύεις). Σουλτάνος τώρα είναι ο αδελφός του Μουράτ, Ο Αβδούλ Χαμίτ. που κακό χρόνο να΄χει!
-Σους, μπρε! Τρελάθηκες και ξεφωνίζεις έτσι;
Δεν σκοτίζονταν τότε στην Πόλη ο κόσμος για τα πολιτικά , γιατί οι σουλτάνοι, έτσι κι έτσι, κάναν ό, τι ήθελαν και κανέναν δεν ρωτούσαν. Οι Ρωμιοί είχαν αποκτήσει αρκετά προνόμια. Κάτι με την προστασία της Ρωσίας, κάτι με την προστασία του Γλάδστωνα, κατάφερναν με την καπατσοσύνη τους να ζουν και να πλουτίζουν και να κατακυριεύουνε τη γη».