Το θεατρικό έργο του Άντον Τσέχοφ Οι Τρεις Αδελφές είναι η αναπαράσταση μιας ονειρικής κατάστασης που εξελίσσεται σε ουτοπική. Κρύβει μελαγχολία που επικαλύπτεται από μια συμπεριφορά απόγνωσης και ματαιότητας. Είναι μια μικρογραφία ενός κόσμου που υπάρχει μέχρι και σήμερα -το έργο είναι γραμμένο στις αρχές του 20ου αιώνα- και ερμηνεύει όσα δεν έγιναν ποτέ πράξεις, αλλά απέμειναν χίμαιρες του ανθρώπινου νου.
Η Όλγα, η Μάσα και η Ιρίνα ζουν σε μια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας μαζί με τον αδελφό τους. Η αναγκαστική κατοίκησή τους εκεί είναι αποτέλεσμα της δουλειάς του πατέρα τους -στρατιωτικός. Όταν ο πατέρας τους πεθαίνει, εκείνοι παραμένουν στην κλειστή και μοναχική επαρχία της Ρωσίας και το μόνο τους όνειρο είναι να επιστρέψουν στη Μόσχα, το κέντρο της εποχής που σφύζει από ζωή και δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα η Μόσχα είναι οι μακρινές αναμνήσεις τους, εκείνες που είχαν από παιδιά στην πόλη και το όνειρό τους για μια ζωή που ποτέ δεν έκαναν. Οι συναναστροφές τους είναι μόνο με παλιούς στρατιωτικούς, φίλους του πατέρα τους.
Όταν στην πόλη έρχεται ο αντισυνταγματάρχης Βερσίνιν, η Μάσα, αν και παντρεμένη, δημιουργεί μαζί του μια σχέση -μάλλον πλατωνική- που την απαγκιστρώνει από την άτονη και ψυχρή σχέση με τον σύζυγό της. Όμως και τα υπόλοιπα αδέλφια προσπαθούν να εμπλουτίσουν τη μονότονη ζωή τους μέσα από σκέψεις και σχέσεις, με κύρια πάντα αυτή της ελευθερίας τους· του μεγάλου τους ταξιδιού στη Μόσχα.
Όσοι έρχονται στο σπίτι τους φεύγουν, αλλά εκείνοι θα μείνουν για πάντα εκεί, με έναν ανεκπλήρωτο όνειρο να κάνει συντροφιά στις ζωές τους.
Οι ήρωες διεκδικούν ψυχή τε και σώματι την ευτυχία τους. Άλλοτε τα καταφέρνουν κι άλλοτε όχι, Οι Τρεις Αδελφές είναι ένας πίνακας ζωής που έχει επιθυμίες και δικαιώματα, ξυπνά, στενάζει, αποζητά. Άνθρωποι ζωντανοί που αναπνέουν και αναζητούν το χάδι, την επαφή, τη λύτρωση. Νέοι άνθρωποι συναντιούνται, επικοινωνούν, σφίγγουν τα χέρια, αγαπιούνται, αγκαλιάζονται με ορμή και τους χωρίζει η ζωή ή ο θάνατος. Ονειρεύονται, ελπίζουν, μέσα από κωμικές και δραματικές καταστάσεις.
Μα η επικρατούσα αίσθηση είναι η αφόρητη μελαγχολία των τριών γυναικών που είναι εγκλωβισμένες σε μια επαρχία της αχανούς Ρωσίας, το παντοτινό τους όνειρό να πάνε κάπου αλλού (στη Μόσχα, σε μια μεγάλη πόλη, σε μια διαφυγή οπωσδήποτε). Έτσι σκιαγραφείται η αλλαγή που αναζητούν οι άνθρωποι, η στασιμότητα που βιώνουν και η ανάγκη για να σπάσουν τα δεσμά της αδιάφορης και μονότονης ζωής τους.
Έτσι αποτυπώνει στα περισσότερα έργα του ο Τσέχοφ την αλλαγή που έρχεται στην απέραντη χώρα της Ρωσίας. Γερασμένης, αλύγιστης και παρωχημένης, αλλά με την υποβόσκουσα ανάγκη και επιθυμία να αναγεννηθεί, να βρει νέους πολιτικούς και κοινωνικούς όρους ώστε να επιβιώσει.
Το κωμικό και το τραγικό παίζει ένα παιχνίδι μέσα από χαρακτήρες, άλλοτε ζωντανούς και γεμάτους όνειρα, άλλοτε δραματικούς, μοναχικούς, που αποκαθηλώνονται μέσα από τις σκέψεις και τους διαλόγους που στην ουσία είναι μονόλογοι.
Το έργο παρουσιάστηκε στην Ελλάδα, δύο φορές από Κτήριο Τσίλερ, από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν το 1951 (Μ. Καλογιάννης, Άννα Παϊτάζη,, Βάσω μεταξά, Ελένη Χατζηαργύρη)
Στο Θέατρο Μουσούρη, με σκηνοθέτη τον Κώστα Μουσούρη, το 1964 (Βάσω Μεταξά, Τζένη Ρουσσέα, Άννα Βενέτη, , Τρύφων Καρατζάς, , Γιώργος Μιχαλακόπουλος)
Στο Θέατρο βε’ακη, σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν, το 1976 (Γιάννης Μόρτζος, , Μαρία Κεχαγιόγλου,, Τάνια Τσανακλίδου, Νικήτας Τσακίρογλου)
Στο Ίδρυμα Ωνάση, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ξανθόπουλου το 2019