Ορισμένες φορές, οι ήρωες κάνουν έξοδο από τις σελίδες των βιβλίων και τα μυθιστορήματα τους ακολουθούν για να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους. Μένουν χωρίς τίτλο και χαρακτήρα. Κάποιες φορές τα βιβλία κυνηγούν τους ήρωές τους. Δεν μπορώ να κατανοήσω πλήρως γιατί συμβαίνει αυτό. Τείνω να πιστέψω, όμως, πως αυτό γίνεται γιατί ορισμένα πρόσωπα, υπαρκτά ή φανταστικά, ψάχνουν τη θέση τους στη ζωή κι έτσι γίνονται κλασικοί ήρωες.
Το βιβλίο που κρατάω σήμερα στα χέρια μου είναι μικρό στη διάσταση, είναι ο πρώτος τόμος από τους δύο στους οποίους ολοκληρώνεται και έχει ημερομηνία στην πρώτη σελίδα 18/011999. Έχει και κάτι άλλο, μια σημείωση που δεν είναι δική μου, μια μικρή φράση που δεν ξέρω ποιος την έγραψε και γιατί -είναι περίεργο αυτό- γράφει «βινσάντο μαυροτράγανο» και, αν και ανεπίτρεπτο για μένα αυτό, κατά μία τραγική ειρωνεία θα μπορούσε να χαρακτηρίζει τη ζωή του ήρωα. Οι εκδόσεις είναι Εστία, Ι.Δ. Κολλάρου. Θα σου γράψω λίγες λέξεις για την υπόθεσή του.
Ο ήρωας υπηρετούσε στο ρωσικό στρατό ως ίλαρχος(μάλιστα γνώρισε και τον άλλον ήρωα του τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν) κατά την εκστρατεία στην Ουκρανία ,και μετά τη Ρωσική επανάσταση αποφάσισε να έρθει ως πρόσφυγας και να ζήσει στην Ελλάδα. Έχοντας ρίξει μαύρη πέτρα στην πατρίδα του και στην οικογένειά του που του άφησε ανοιχτές πληγές. Έχοντας στην πλάτη του έναν φόνο, κλοπή, μια γυναίκα που τη μοιραζόταν μ’ έναν ανθυπολοχαγό – με τον οποίο είχαν μόνιμη έριδα για την πατρότητα δυο παιδιών- δαιμόνιος και αδίστακτος, μπαίνει βαθιά στον υπόκοσμο (ναρκωτικά, πορνεία, απατεωνιές) γλεντώντας και πίνοντας μέχρι ορίων. Με την εξυπνάδα του, ωστόσο, σιγά σιγά κοινωνικοποιείται, ανέρχεται κοινωνικά, γίνεται «πολιτισμένος» Ευρωπαίος, αποκτά σημαντική διοικητική θέση στην τράπεζα και μαζί με την κοινωνική άνοδο, πλούτο και γόητρο. Μέσα από αυτό το πέρασμα από τα κοινωνικά στρώματα ζωγραφίζεται η ελληνική κοινωνία, αλλά και έντονοι και αειθαλείς χαρακτήρες ανθρώπων που τριγυρνούν μέχρι και σήμερα ανάμεσά μας. Δε θα σε βασανίσω άλλο, σου γράφω για τον Βασίλη Κάρλοβιτς…Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση.
Ο Γιούγκερμαν, κατά τον τίτλο του μυθιστορήματος, αποτελεί ένα πολύ σοβαρό και σημαντικό μυθιστόρημα του Καραγάτση, τόσο γιατί η ιστορία του δεν αφήνει ασυγκίνητο κανέναν αναγνώστη μέχρι την τελευταία του σελίδα όσο και γιατί αποτελεί μια εξαιρετικά ρεαλιστική μαρτυρία της εποχής του μεσοπολέμου για την Ελλάδα, αλλά και γιατί οι ήρωες του είναι χαρακτήρες αιώνιοι, κοινοί ακόμα και στη σύγχρονη πραγματικότητα. Καταλαβαίνεις πως πρόκειται για ένα έργο κλασικό!
Αρκετοί πιστεύουν πως ο φινλανδικής καταγωγής ήρωας είναι εμπνευσμένος από υπαρκτό πρόσωπο, και ο ρόλος του συντρόφου και συνεργάτη του, ο Καραμάνος, είναι ο ίδιος ο Καραγάτσης, αφού σε αρκετές από τις προσωπικές εξομολογήσεις του δεύτερου ήρωα, αφήνεται να εννοηθούν συνήθειες, αντιλήψεις και τακτικές του συγγραφέα. Πάντως, δεν μπορώ να πιστέψω ότι έστω και ένας από τους ήρωες του Κραγάτση δεν έχουν κάτι από τον τρόπο και τις αντιλήψεις του, έτσι κι αλλιώς, όλο το έργο διακρίνεται για την «καραγατσική» νοοτροπία. Αυτή του ρεαλιστικού λόγου, μιας ορθολογικής ερμηνείας της ζωής, αλλά και μικρές συναισθηματικές φορτίσεις που γρήγορα ξεθυμαίνουν, ώστε να επανέλθουν όλα στην οριοθετημένη από τον συγγραφέα δομή τους. Στον Γιούγκερμαν επίσης, διακρίνει κανείς και τον τρόπο έκφρασης των ρώσω λογοτεχνών, ίσως περισσότερο του Τσέχωφ, ειδικά στα πρώτα κεφάλαια.
Ο Γιούγκερμαν είναι ένα βαθιά ψυχογραφικό μυθιστόρημα. Έχει τη δέουσα τραγικότητα, τον ανθρώπινο προβληματισμό και τα ερωτήματα που τίθενται μέχρι και σήμερα από τους περισσότερους ανθρώπους. Ο ίδιος ο ήρωας, αν και ανήθικα ξεπεσμένος, τυχοδιώκτης, και με μια ζωή γεμάτη ακολασίες, είναι συμπαθέστατος, γοητευτικός, αλέγρος, και σίγουρα μελαγχολικός. Ο Γιούγκερμαν, ο αριστοκράτης και αλήτης, θα κυνηγήσει με αυτοκαταστροφική μανία τον πλούτο, τη δόξα, την εξουσία, τις γυναίκες, θα τα κατακτήσει όλα, για να συνειδητοποιήσει, μέσω του συγγραφέα Καραμάνου, πως «η μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος». Το βασικό, το πρωταρχικό τραύμα, ανελέητο, όσο και βασανιστικό, μας στέλνει όλους στην αγκαλιά της μητέρας μας, που μας περιμένει πανέμορφη, παγωμένη κι ακίνητη, για να αναπαυθούμε για πάντα κοντά της -η μητέρα του αποτελεί πάντα γι’ αυτόν σημείο αναφοράς, μέχρι και το δεύτερο και τελευταίο μέρος του βιβλίου, Τα Στερνα του Γιούγκερμαν, όπως και όλες οι γυναίκες που γνώρισε έως και τη Βούλα.