Στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι, κοσμεί σιωπηλή και πανέμορφη το κέντρο μιας αίθουσας. Φαίνεται εκτεθειμένη και μοναχική. Γύρω της συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου και φωτογραφίζει την ομορφιά της. Εκείνη ατενίζει στα χρόνια που περνάνε, αμίλητη και περήφανη, τον σκληρό εκτοπισμό της και την τραγική πορεία της. Τη θλιβερή συναλλαγή κουτοπόνηρων ανθρώπων που πουλάνε την Ιστορία για λίγα γρόσια, για λίγες δραχμές, για χιλιάδες ευρώ, για το τίποτα. Κάποιος κατέστρεψε τα χέρια της -μπορεί και κάποια μοίρα να το προέβλεψε- για να μη φανεί ποτέ η επίκλησή της για τον φθηνό εξοστρακισμό της…
Στις 8 Απριλίου του 1820, έναν χρόνο περίπου πριν την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, ο Γιώργος Κεντρωτάς, αγρότης της τους τουρκοκρατούμενης Μήλου, σκάβει στο χωράφι του για να βρει πέτρες οικοδόμησης -ή κάτι που θα τον απαλλάξει από τη φτωχή και μίζερη ζωή του…Οι αξιωματικοί της γαλλικής ναυαρχίδας, που έχει αράξει στο νησί, βρίσκονται λίγο πιο πέρα.
Ο Κεντρωτάς βρίσκει έναν μεγάλο μαρμάρινο όγκο και οι Γάλλοι σπεύδουν να τον βοηθήσουν να το βγάλει. Εκείνος καταλαβαίνει πως πρόκειται για κάτι πολύτιμο και προσπαθεί να το κρύψει με χώμα. Φοβάται πως οι Γάλλοι θα το αρπάξουν για λίγα γρόσια. θα δείξει πως περιφρονεί το άγαλμα, μήπως και φύγουν εκείνοι. Γνωρίζει πως η ανακάλυψή του κοστίζει πολλά περισσότερα…
Οι Γάλλοι τον πιέζουν να βγάλει το άγαλμα και εκείνος το μεταφέρει σε δικό του χώρο για να το προφυλάξει και να το κρύψει. Δικό του είναι, στο χωράφι του βρέθηκε. Η είδηση όμως ήδη κάνει ταξίδι για τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.
Επικεφαλής των Γάλλων ήταν τότε ο νεαρός Ολιβιέ Βουτιέ. Αργότερα, ο ίδιος παραιτήθηκε από το γαλλικό ναυτικό και πολέμησε μαζί με τους Έλληνες στην Επανάσταση του 1821. Ο Βουτιέ είναι αυτός που πρωτοδιαβάζει την επιγραφή στη βάση του αγάλματος. «Αφροδίτη». Το άγαλμα βρέθηκε σε πολλά κομμάτια, αλλά ποτέ δεν ανακαλύφθηκαν τα χέρια του. Ο Γάλλος αξιωματικός Ζυλ Ντυμόν ντ’ Υρβίλ, είναι όμως σίγουρος πως επρόκειτο για το άγαλμα της Αφροδίτης που κρατούσε το μήλο του Πάρη. Διατείνονται πως δε αξίζει παραπάνω από χίλια γρόσια.
Ο Κεντρωτάς ξεκινάει συζητήσεις με τη δημογεροντία του νησιού, γιατί πιστεύει πως πρέπει να βρεθεί άλλος αγοραστής, αφού η ανακάλυψή του στοιχίζει πολλά. Ο τότε νόμος έλεγε πως όλα τα ευρήματα έπρεπε να πάνε στην Κωνσταντινούπολη και να αποφασίζεται κεντρικά η διάθεσή τους ώστε ο σουλτάνος να κολακεύει τα έθνη που τον συνέφερε.
Η αρπαγή και το ταξίδι
Ο Μουρούζης είναι ο εκτελεστής του νόμου του Σουλτάνου για τα ευρήματα στο νησί της Μήλου. Ένας από τους δημογέροντες -γνωστός του Μουρούζη- φοβερίζει τον Κεντρωτά και τον πείθει να μεταφερθεί το άγαλμα στην Κωνσταντινούπολη. Οι Γάλλοι δε θέλουν να χάσουν το σπουδαίο αρχαιολογικό εύρημα. Τα παζάρια και οι σκληρές διαπραγματεύσεις πολλές. Μα και ο φόβος του ραγιά μεγάλος. Εντωμεταξύ, οι πρόκριτοι από την Αθήνα, οι οποίοι έχουν μάθει τα τεκταινόμενα στο νησί στέλνουν με τουρκικό πλοίο τον ιερέα Βέργη προκειμένου να πάει το άγαλμα στην Αθήνα. Οι Γάλλοι, μαθαίνοντας τις προθέσεις για το μέλλον της Αφροδίτης, φορτώνουν τα ξύλινα κιβώτια που μέσα βρίσκεται το άγαλμα σε κομμάτια -έτσι έχει βρεθεί- και το μεταφέρουν στο Παρίσι.
Λίγες μέρες πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, το άγαλμα παρουσιάστηκε στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΗ’. Κατέληξε στο Μουσείο του Λούβρου όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Στη Μήλο υπάρχει ένα αντίγραφο, που το Λούβρο το έστειλε ως «δώρο». Για 400 γρόσια… Και αυτή είναι η ιστορία για το φευγιό και την αρπαγή ενός από τα πιο όμορφα αγάλματα του κόσμου. Η Αφροδίτη της Μήλου, που δεν είναι του Πραξιτέλη, όπως αρχικά ειπώθηκε, ούτε του Σκόπα από την Αλεξάνδρεια, αλλά του γλύπτη Αλέξανδρου από την Αντιόχεια.