Τις ευχές και τις προσδοκίες μου σου τις έγραψα και εσύ τις αποδέχτηκες με τη στωικότητα ενός αντιγραφέα -ίσως αυτό να έχει μεγαλύτερη σημασία από μια στιγμή που έχει μια ευχή- έχεις την ιδιότητα να δικαιώνεις το scripta manet, να αποθεώνεις τη ματαιότητά μου, να μου αποδεικνύεις κάθε στιγμή τα λάθη και τις παραλείψεις μου.
Δε σκέφτηκα να σου γράψω μια σελίδα απολογισμού για όσα διάβασα τον χρόνο που πέρασε, ανακαλώ το αναγνωστικό μου παρελθόν πολύ συχνά, σε θα είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία. Κι αυτοί οι απολογισμοί δε μου έκαναν ποτέ καλό. Πάντα μου δημιουργούσαν θλίψη και μελαγχολία -ποτέ δεν έρχονται μόνοι τους, τους συντροφεύουν σκέψεις, συναντήσεις, λόγια και στιγμές ανάκατα· πού να βγάλεις άκρη ποιο είναι αλήθεια και ποιο ψέμα;
Γι΄ αυτό τα μυθιστορήματα που έχουν καταγράψει ή αφηγηθεί την αλήθεια μιας περασμένης ζωής είναι πολύπλοκα. Λίγο ιστορικά, λίγο εγείρουν το θυμικό, λίγο ξεστρατίζουν και θυμίζουν στον αναγνώστη δικές του αναμνήσεις, πολύ σε κάνουν να ονειρεύεσαι. Γι΄ αυτό οι απολογισμοί των βιβλίων που διαβάζω δεν είναι δικοί μου. Γίνομαι εγώ ημερολόγιο κι αντιγραφέας.
Ήθελα σήμερα να σου γράψω για ένα μυθιστόρημα που είχα διαβάσει πριν πολλά χρόνια, αλλά σήμερα ακούγεται πολύ -δικαίως είναι η γνώμη μου. Θα σου γράψω λίγες λέξεις για την υπόθεσή του.
Η Νίκη είναι ένα μικρό κορίτσι που γεννήθηκε σε μια ιστορική συνθήκη της Ελληνικής πραγματικότητας που ο τόπος είχε χάσει την ταυτότητα και τον προορισμό του. Καθόλου τυχαία η συγκυρία στο παρόν, κοινωνικό και ιστορικό. Γεννιέται μέσα στα μαύρα κατάστιχα μιας πραγματικότητας, την εποχή του Εμφυλίου, μεγαλώνει με το παρελθόν του τόπου, ζει το παρόν μέσα από τις ερμηνείες που μπορούν να δώσουν δυο παιδικά μάτια και τις εξηγήσεις που μπορεί να δώσει ένα παιδικό μυαλό. Η Νίκη γράφει ένα ημερολόγιο άτυπο για όσα βίωσε και όλα αυτά είναι η ίδια η Ελλάδα. Είναι η Νίκη του Χρήστου Χωμενίδη.
Αν ξεκίνησα με αυτό το μυθιστόρημα το 2022 -ωραίος αριθμός φαίνεται γράφοντάς τον, μπορεί αυτή να είναι και η ανάγκη. Να είναι ένας ωραίος σημειολογικά αριθμός- είναι γιατί βραβεύτηκε με το Πανευρωπαϊκό Βραβείο Μυθιστορήματος -να ‘το το θυμικό- και ήταν μια αφορμή για να θυμηθώ αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα, που οι πολλές του σελίδες μπήκαν σαν νερό μέσα στο μυαλό και την καρδιά μου. Ο Χρήστος Χωμενίδης καταγράφει τη ζωή της μητέρας του, Νίκης Αρμάου, από τη στιγμή της γέννησής της μέχρι και την πρώτη μικρή της νιότη, μέχρι τα είκοσι περίπου χρόνια της· τόσα ώστε να καταγράψει, μαζί με την προσωπική της ιστορία και την Ιστορία του τόπου και των ανθρώπων. Με αυτόν τον τρόπο ένιωσα κάποια στιγμή πως η Νίκη είναι η Ελλάδα η ίδια. Οι πρόσφυγες που έζησαν δυο όλεθρους, τα παιδιά που γέννησαν και εκδιώχθηκαν για τα ιδανικά τους, οι σκληρές και άτεγκτες πολιτικές που και τα δικά μας παιδιά παρακολουθούν σαν συνέχεια των προγόνων μας, τις σκοπιμότητες που καθορίζουν και κινούν τα νήματα των ιδεολογιών. Όλα μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που ζει φυλακισμένο, μόνο και μακριά από τη γονεϊκή φροντίδα και προσπαθεί να φτιάξει έναν κόσμο μέσα στην αθωότητά του που θα ερμηνεύσει τη σκληρότητα και τη φυλακή του. Η Νίκη δεν πηγαίνει σχολείο, οι γονείς της είναι πολιτικά παράνομοι. Ζει με τη γιαγιά της, πρόσφυγα από τη Σμύρνη. Οι γονείς της διώκονται από το πολιτικό σύστημα για τα πιστεύω του. Καθορίζεται και μεγαλώνει με αυτές τις εικόνες, όπως και ένα μεγάλο μέρος της Ελλάδας.
Γραφή πρωτοπρόσωπη, αισθήματα και συναισθήματα που καθηλώνουν, μυθιστορία και Ιστορία που δένουν με τρόπο συγκινητικό, άμεσο, ζωντανό, αποκαλυπτικό. Η Νίκη γίνεται σύμβολο και το όνομα της παίρνει άλλες διαστάσεις. Γίνεται νίκη απέναντι στον παραλογισμό, στα χαμένα χρόνια και τα λάθη των ανθρώπων. Γίνεται πολιτικό καρφί που μένει αναλλοίωτο μέσα στο κεφάλι, Είναι η Ελλάδα σαν απόκληρο παιδί, χτυπημένο από το μίσος και τη μισαλλοδοξία, ένα κορίτσι που γλείφει πληγές, που αποζητά τη λύτρωση και την αποκατάσταση όλων των άδικων και χυδαίων ιστορικών στιγμών που βίωσε.