Γυάλινος κόσμος, τενεσί ουίλιαμς
Ο «Γυάλινος κόσμος» του Τενεσί Ουίλιαμς είναι αφιερωμένος στη μνήμη. Η μνήμη είναι το πιο ευαίσθητο κομμάτι της ζωής μας, αρκετοί αμύνονται με το να τη βαφτίζουν επιλεκτική, αλλά δε νομίζω πως επιλέγει ο άνθρωπος τι θυμάται, εκτός και αν τελεί υπό κάποιας μορφής παθολογική κατάσταση. Η μνήμη είναι πάντα ζωντανή και το μόνο που καλείται κάποιος να αντιμετωπίσει είναι να τη διαχειριστεί έτσι ώστε να μη γίνει η σκιά των σκέψεων και των πράξεων του. Το αναφέρει και ο ένας από τους λίγους ήρωές του σε έναν του μονόλογο:
« … Η μνήμη κάνει ευρεία χρήση ποιητικής αδείας. Παραλείπει κάποιες λεπτομέρειες, διογκώνει άλλες, ανάλογα με την συναισθηματική αξία των θεμάτων που αγγίζει, διότι η μνήμη εδρεύει κυρίως στην καρδιά».
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Ο Τομ Γουίνγκφιλντ, μέσα από τις αναμνήσεις του, εξιστορεί την ιστορία της οικογένειάς του, μετά την εγκατάλειψη του πατέρα του. Τα πρόσωπα του έργου είναι τρία. Ο Τομ, η Αμάντα η μητέρα του, η Λάουρα, η αδελφή του, και ένας επισκέπτης, ο Τζιμ.
Η ιστορία είναι η αποτύπωση μιας οικογένειας που έχει πληγεί από το οικονομικό κραχ του ’30. Η μητέρα, μεγαλομανής, έχει έμμονη ιδέα με τα παιδικά και νεανικά της χρόνια στον Νότο, ωστόσο τώρα δείχνει την εικόνα της “ξεπεσμένης καλλονής”, ένα μοτίβο που επανέρχεται σε πολλά έργα του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά της, ωστόσο η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η Λάουρα είναι μια εύθραυστη παρουσία, ανάπηρη στο πόδι, φοβάται τον έξω κόσμο, προτιμώντας τη συλλογή της από γυάλινα ζωάκια και την συλλογή παλιών δίσκων γραμμοφώνου του πατέρα της. Τα γυάλινα παιχνίδια της είναι ένα ασφαλές φανταστικό καταφύγιο.
Οι εντάσεις και οι τσακωμοί του γιου με τη μητέρα καθορίζουν την πορεία και την εξέλιξη του έργου, οι εξάρσεις του εγκλωβισμένου νέου, που αποζητά να ζήσει όπως οι σταρ που βλέπει στον λαμπερό κινηματογράφο, ισορροπούν με τη γλύκα και την ευαίσθητη προσέγγιση της αδελφής του. Όταν φέρνει στο σπίτι τον Τζιμ, προκειμένου να αποκαταστήσει την αδελφή του, ο κόσμος των τριών ηρώων σπάει. Μπαίνει στη ζωή τους ο κόσμος που υπάρχει έξω από τον δικό τους μικρόκοσμο. Τότε αρχίζουν να καταρρίπτονται οι ψευδαισθήσεις που έχουν χτίσει οι ήρωες γύρω τους. Σπάει ο Γυάλινος Κόσμος. Το έργο για το οποίο σου γράφω είναι ο Γυάλινος Κόσμος του Τέννεση Ουίλιαμς.
Ο Γυάλινος Κόσμος είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο του συγγραφέα, μιας και απεικονίζει την πραγματική κατάσταση που βίωσε μετά τη φυγή του πατέρα του από το σπίτι. Η Λάουρα ήταν πάντα η αγαπημένη του αδελφή (η Ρόουζ, που έπασχε από σχιζοφρένια και είχε υποστεί λοβοτομή) και τιμά την ύπαρξή της μέσα από το έργο του. Ένα ψυχογράφημα, μια ηθογραφική απεικόνιση της εποχής του που θίγει ζητήματα που θεωρούνται ταμπού ακόμα και για τις σημερινές κοινωνίες. Πρόκειται για ένα τρίγωνο σιωπηλής απόγνωσης, όνειρα και ματαιωμένες φιλοδοξίες που συνθλίβονται από τον χρόνο με μοναδικό καταφύγιο την φαντασία και την ψευδαίσθηση και παράλληλα μια ελπίδα και την ανάγκη για αλλαγή. Σε όλο το έργο είναι έντονη η σχέση αγάπης-μίσους μεταξύ μητέρας και γιου, όπως και η στάση άρνησης του Τομ απέναντι στα πάντα, αφού πικραμένος και ηττημένος αντιμετωπίζει το χρέος στην οικογένεια ως μέγγενη που απειλεί το μέλλον και τα όνειρά του. Τραγική η στάση του, αφού ξέρει πως δεν πρόκειται ποτέ να απεγκλωβιστεί από τον γυάλινο κόσμο που ζει. Ο Τέννεση Ουίλλιαμς και σε αυτό του το έργο αποτυπώνει πολύ συγκεκριμένους χαρακτήρες, ενώ πάντα μια γυναίκα με τον ίδιο ψυχικό και ονειρικό κόσμο -μια μορφή ξεπεσμένης καλλονής- αιθεροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και το πραγματικό, χωρίς να καταφέρει ποτέ να ελευθερωθεί από τον ψεύτικο κόσμο μέσα στον οποίο έχει χτίσει τη ζωή της.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ σελ. 27
ΑΜΑΝΤΑ: Με τι δικαίωμα παίζεις κορόνα γράμματα τη δουλειά σου; Πώς θα τα βγάλουμε πέρα άμα σε…
ΤΟΜ: Άκου! Θαρρείς πως τρελαίνομαι για το μαγαζί; Θαρρείς πως είμαι ερωτευμένος με το παπουτσάδικο; Θαρρείς πως θα περάσω όλη μου τη ζωή κει κάτω, σ΄ αυτή τη φάμπρικα με τις φωτεινές ρεκλάμες; Κοίτα! Πιο καλά έχω να μου λιώσουν μ΄ έναν λοστό το κεφάλι, παρά να ξανά πάω εκεί τα πρωινά. Κάθε φορά που έρχεσαι μέσα σκούζοντας αυτό το καταραμένο “Σήκω, σήκω!” Όμως σηκώνομαι! Πάω! Για εξήντα πέντε δολάρια τον μήνα, απαρνιέμαι ό, τι ονειρεύομαι να γίνω και να κάνω! Κι εσύ λες πως μόνο τον εαυτό μου -μονάχα τον εαυτό μου σκέφτομαι…Μα άκου, μητέρα, αν σκεφτόμουν μόνο τον εαυτό μου, θα ήμουν όπου είναι κι εκείνος (δείχνει τη φωτογραφία του πατέρα του), φευγάτος! Τόσο μακριά, όσο φτάνει το σύστημα των μεταφορών!!»