Κλωστα Ακρίβος, Όνομα Πατρός Δούναβης
Πριν από χρόνια, έπεσε στα χέρια μου ένα μικρό βιβλίο με έναν τίτλο που μου προξένησε το ενδιαφέρον: Κυρά Κυραλίνα. Συγγραφέας του ήταν ο Παναϊτ Ιστράτι και η εικόνα του εξώφυλλου, με τα έντονα χρώματα και τη γοητευτική φιγούρα της γυναίκας που απεικονιζόταν με προκάλεσε να το διαβάσω. Έτσι ήρθα σε πρώτη επαφή με τον συγγραφέα.
Η ιστορία του εξελισσόταν με τρόπο μαγικό. Ο Αδριανός, ένα μικρό αγόρι από τη Βραΐλα συναντάει ένα παλιό του φίλο, τον Σταύρο, που πουλάει λεμονάδες. Εκείνος τον πείθει να τον συντροφεύσει σε ένα πανηγύρι που θα πουλήσει το εμπόρευμα του και μαζί με τον φίλο του Μιχαήλ θα ξεκινήσουν για την πόλη Σ…
Ο Ιστράτι, μέσα από τον Ανδριανό, θα προκαλέσει τη διήγηση του Σταύρου, για τη ζωή του και την τραγική αναζήτηση στα χρόνια της αδελφής του Κυρά Κυραλίνα (που σημαίνει «η κυρά αδελφή μου»).
Ο Κώστας Ακρίβος έγραψε ένα βιβλίο αποκαλυπτικό, μια λεπτομερή σύνοψη, αν μου επιτρέπεται η φράση, για τον ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, τον παραμυθά των Βαλκανίων που καθιέρωσε τη συγγραφική του οντότητα μέσα από τη γαλλική γλώσσα και την αξιοθαύμαστη αφηγηματική του δεινότητα.
Το βιβλίο ξεκινάει από τη μέση, με την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας του Ιστράτι και το γράμμα που στέλνει για το τέλος της ζωής του στον Ρομαίν Ρολάν. Ποιος είναι όμως στην πραγματικότητα ο Παναΐτ Ιστράτι και με ποιον τρόπο κατάφερε να αποτελεί ένα σπουδαίο κεφάλαιο της Λογοτεχνίας, τόσο ώστε να τον αποκαλέσουν ο «Γκόργκι των Βαλκανίων»;
Ο συγγραφέας μυεί τον αναγνώστη στην εποχή που γεννιέται ο Ιστράτι, στο 1864, στη Βραΐλα της Ρουμανίας. Κατάγεται από Έλληνα πατέρα και Ρουμάνα μητέρα. Δε γνώρισε ποτέ τον πατέρα του και δέχθηκε την αγάπη και την υπερπροστατευτικότητα της φτωχής και αγράμματης μητέρας του, που προσπαθεί να τον ζήσει με κάθε κόστος. Η αφήγηση για τη παραδουνάβια πόλη είναι μαγευτική και θυμίζει στον αναγνώστη περιηγητή του 19ου αιώνα που παρατηρεί και καταγράφει τον πληθυσμό, τα σπίτια, την κοινωνική και ιστορική κατάσταση της εποχής στη Ρουμανία.
Ο Ιστράτι μεγαλώνει στον δρόμο, κάνει όποια δουλειά του τύχει, γνωρίζει χαρακτήρες και ανθρώπους της διπλανής πόρτας, άλλοτε πονηρούς, άλλοτε βιοπαλαιστές, εργάτες, φτωχούς, μικροαπατεώνες, ανθρώπους του υπόκοσμου. Κοπέλες που για χάρη τους αναμετριέται και αγωνίζεται με άλλα αγόρια για να τις κερδίσει. Οι ιστορίες που γράφει έχουν ήρωα τον ίδιο και τις εμπειρίες του από τις γνωριμίες που έχει αποκτήσει. Θα μπορούσαν όλες να είναι μια προγενέστερη μορφή autofiction, αφού η ζωή του Ιστράτι μπερδεύεται έντεχνα με τον μύθο και την πραγματικότητα.

Στο «Όνομα πατρός Δούναβης» ο αναγνώστης μπορεί να ανακαλύψει το συγγραφικό έργο του Ιστράτι, αλλά παράλληλα να περιηγηθεί και να γνωρίσει τον επαναστατικό και αλέγκρο χαρακτήρα του συγγραφέα. Ο Ιστράτι είναι ένας ζωντανός, επαναστατικός χαρακτήρας, μάχεται για το δίκιο και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αντιστέκεται στα κακώς κείμενα, ερωτεύεται και ζει ζωή μποέμικη. Βιώνει όλες τις μεγάλες αλλαγές της Ιστορίας, την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Οκτωβριανή Επανάσταση που τον συγκινεί και τον κάνει να ονειρευτεί έναν κόσμο διαφορετικό. Η φιλία του με τον Νίκο Καζαντζάκη, τα ταξίδια του στη νέα χώρα που ανατέλλει μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων τον κάνει να θέλει να συμμετάσχει στην ανοικοδόμηση της νέας τάξης πραγμάτων που υπόσχεται η Σοβιετική Ένωση. Ενώ τον υποδέχονται ως σύντροφο στην αναδιοργανωμένη χώρα, ο Ιστράτι ανακαλύπτει τα κακώς κείμενα του κομμουνιστικού καθεστώτος. Απογοητευμένος φεύγει από τον τόπο που ονειρεύτηκε να ζήσει. Η ζωή του παίρνει άλλη τροπή, αν και συνεχίζει να ονειρεύεται και να πιστεύει στη δίκαιη και ανθρώπινη κοινωνία.
Όταν τον ρωτάει ο γιατρός που τον παρακολουθεί, λόγω των κρίσεων φυματίωσης που έχει: «Τι σεκάνει, Παναΐτ να ζεις τόσο έντον;»
«Το όνειρο, γιατρέ! Με την προϋπόθεση να μην ονειρεύεσαι μονάχος σου, αλλά μαζί με κάποιον άλλον, άντρα ή γυναίκα, που να σ΄ αγαπάει».
Ο Παναΐτ Ιστράτι θα γνωρίσει μεγάλους συγγραφείς, θα αμυνθεί απέναντι στον λογοτεχνικό κόσμο που θα τον κατηγορήσει για τις επιλογές του. Θα πεθάνει το 1935, από την ασθένεια που τον ταλαιπώρησε από τη μικρή του ηλικία, τη φυματίωση, αλλά πάντα, στα δρομάκια της Βραΐλας θα ακούγεται η μποέμικη φωνή του: «Μωρέ, καλωσόρισες! Καλωσόρισες, μωρέ!»