Ρωμιοσύνη, Γιάννης Ρίτσος, Μίκης Θεοδωράκης
«Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
Αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
Αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
Σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
Σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του.
Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως
Κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο»
Στις 3 Απριλίου του 1966, για πρώτη φορά, ο Μίκης Θεοδωράκης παρουσιάζει τη μελοποιημένη «Ρωμιοσύνη», του Γιάννη Ρίτσου.
Η πολιτική και κοινωνική απορρύθμιση του τόπου έχει κορυφωθεί όταν, λίγο καιρό πριν, στη γιορτή των Θεοφανίων στον Πειραιά, πλήθος κόσμου παρευρίσκεται στον αγιασμό των υδάτων για να διαμαρτυρηθεί. Από τους πολιτικούς αντιπροσώπους του τόπου θα βρίσκεται εκεί ο Γεώργιος Παπανδρέου, αρχηγός της Ένωσης Κέντρου και ο Μίκης Θεοδωράκης με αντιπροσωπεία της ΕΔΑ (ο Κωνσταντίνος θα παραβρεθεί στο Τουρκολίμανο, σε διαφορετική γιορτή, μετά το περιβόητο Βασιλικό Διάταγμα της Πρωτοχρονιάς).
Ο κόσμος που βρίσκεται στο λιμάνι του Πειραιά θα αντιδράσει για την άσχημη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα και οι συγκρούσεις με την αστυνομία θα είναι σφοδρές. Μεταξύ των ανθρώπων που θα δεχτούν βίαιη επίθεση είναι και ο Μίκης Θεοδωράκης.
Γυρνώντας στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη, θα βρει τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου πάνω στο πιάνο του:
«Τη Ρωμιοσύνη μου την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα από τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από τη δοκιμασία για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν. Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο «Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό…», κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.»
Έτσι συνθέτει τη Ρωμιοσύνη και την παρουσιάζει μαζί με το Μαουτχάουζεν σαν σήμερα, το 1966. Λίγο καιρό αργότερα, το καλοκαίρι της ίδια χρονιάς, θα γίνει η πρώτη συναυλία στην Ελλάδα, στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Φιλαδέλφεια, με πλήθος κόσμου να παρακολουθούν και να συμμετέχουν στη συναυλία.
Ο τίτλος της συλλογής είναι η σημαντικότερη έννοια του ελληνισμού, εκείνου που παραμένει στα χρόνια, ανεξάρτητα από όσες κατακτήσεις και βία έχει υποστεί. Τα ποιήματα της συλλογής δεν περιέχουν ιστορικές αναδρομές, αλλά μηνύματα σε σχέση με τον αγώνα των ανθρώπων και την ηθική ανάταση όσων αντιστέκονται. Το κύριο ύφος του περιγράφει τη δυϊκή σχέση της φύσης και των ανθρώπινων συναισθημάτων. Ο ποιητής μιλάει σαν εκπρόσωπος όλων και δίνει την εντύπωση αφηγητή -κάτι που συναντάμε και στον Ελύτη. Θυμίζει στον αναγνώστη τη μοίρα και τα γνωρίσματα του λαού. Εξάρει τη δίψα του λαού, τα ιδανικά του, τη φύση του και τη μακριά μάχη που έχει δώσει, τιμά το αγωνιστικό του πνεύμα και τον τρόπο που έχει επιβιώσει στην ιστορική του πορεία.
Τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που μελοποίησε ο Θεοδωράκης, θα μείνουν πάντα στο μυαλό και το στόμα όλων των Ελλήνων σαν παρακαταθήκη ενός σπουδαίου Πολιτισμού και θα τα ανακaλούμε, θα τα σιγοτραγουδάμε ή θα τα βροντοφωνάζουμε με συνοδεία την αγέρωχη και συγκλονιστική φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.