Η Μεγάλη Χίμαιρα, Μ. Καραγάτση
Η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση είναι μυστηριώδης όπως το «Μ» του ονόματος του δημιουργού της. Αποτελεί μέρος της Τριλογίας «Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο». Με πρώτο της μέρος τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», δεύτερο τη «Χίμαιρα» και τρίτο τον «Γιούγκερμαν». Κοινά σημεία των τριών εμβληματικών μυθιστορημάτων οι ήρωες, που προέρχονται από το εξωτερικό και οι ιστορίες τους εξελίσσονται στην Ελλάδα. Οι γονείς τους στιγματίζονται από κάποιο άνομο πάθος, ενώ οι ίδιοι παλεύουν με το φως και την καθαρότητα του Φοίβου Απόλλωνα. Με μόνη διαφοροποίηση τη «Μαρίνα» από τη «Χίμαιρα» τόσο ο «Λιάπκιν» όσο και ο «Γιούγκερμαν» πεθαίνουν στις γενέτειρές τους. Η τραγική ηρωίδα του Καραγάτση ολοκληρώνει τον κύκλο της ζωής της στη Σύρο, τον τόπο που έμελλε να καθορίσει τη μοίρα της.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Καραγάτση προκαλεί όρους και προϋποθέσεις στον αναγνώστη από τη στιγμή που αρχίζει να περιδινείται στην ιστορία – η «Χίμαιρα» είναι δίνη, στροβιλισμός, ένα στριφογύρισμα χωρίς τέλος. Έχει το ύφος και την ουσία του ανέφικτου, του αδύνατου ακόμα και στην ερμηνεία του. Ο συγγραφέας δημιούργησε μια ουτοπική, δύσκολη στην ερμηνεία ιστορία, χωρίς κοινότοπα μηνύματα, με συνέπεια τη διαφορετική προσέγγιση για τον κάθε αναγνώστη. Παρ’ όλα αυτά, δυνατή και ουσιαστική σε όλες τις ερμηνευτικές της πτυχές. Κύριο όμως δίπολο ο έρωτας και ο θάνατος.
Η Μαρίνα, γόνος εύπορης οικογένειας, με καταγωγή από τη νορμανδική Γαλλία, μεγαλώνει χωρίς τη συνεχή παρουσία του στρατιωτικού πατέρα της. Η μητέρα της, δέσμια του ερωτικού της πάθους, εξαναγκάζει την κόρη της σε μια ζωή μακριά από την παιδικότητά της, ενώ η εφηβεία της διαταράσσεται ως προς τη σεξουαλική της ταυτότητα. Η Μαρίνα αντιμετωπίζει την ερωτική συνεύρεση σαν κάτι το εξευτελιστικό, το φθηνό και ποταπό. Δίνεται δίχως ουσιαστικό δέσιμο σε άντρες που δικαιώνουν τη σαρκική στιγμή αλλά ποτέ την ψυχική συνταύτιση.
«Και σιχάθηκα αυτό που πλήγωνε την περηφάνια μου, την αξιοπρέπειά μου. Που, όπως γινόταν, φαρμάκωνε το ερωτικό μου ένστιχτο.»
Η μόρφωσή της εστιάζεται στην κλασική αρχαία γραμματεία, την οποία λατρεύει και δένεται ολοκληρωτικά. Σε μια περιπλάνησή της στο λιμάνι θα αντικρύσει το πλοίο που θα καθορίσει τη μοίρα της. Συλλαβίζοντάς το με λατινική προφορά δεν συνειδητοποιεί πως το όνομα του καραβιού είναι ΧΙΜΑΙΡΑ.
Η συνάντησή της με τον καπετάνιο Γιάννη Ρεΐζη θα γίνει η απαρχή της νέας της ζωής. Η Μαρίνα θα τον ακολουθήσει στη Σύρο, τον τόπο του. Θα τον παντρευτεί και θα βιώσει για πρώτη και μοναδική φορά την ουσία του έρωτα και της «θηλύτητάς» της, σύμφωνα με τη μαγική λέξη που χρησιμοποιεί ο Καραγάτσης.
Το συναπάντημα της ηρωίδας με το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο θα τη συνεπάρει. Αντιμέτωπη με το γαλάζιο και το λευκό, με τους δροσερούς και αλλοπρόσαλλους ανέμους, το γεμάτο ενάργεια κλίμα της χώρας που θαυμάζει, θα μυηθεί σε όλα όσα γνώρισε από τις μελέτες της για την αρχαία Ελλάδα. Ο Καραγάτσης δημιουργεί μια μοναδική αφήγηση. Συνδέει με τρόπο ιδιοφυές το μεγαλείο του κλασικού αρχαίου κόσμου με τη συναισθηματική και ψυχική ιδιοσυγκρασία της Μαρίνας. Με μεταφορές ευρηματικές, που δημιουργούν ευφάνταστες εικόνες, προσωποποιεί πράξεις και σκέψεις των ηρώων του με τρόπο μαγικό.
Μπορεί κάποιος να αποδώσει το εύρος και τη δύναμη της λογοτεχνικής δεινότητας του Καραγάτση; Θα είναι μικρή οποιαδήποτε περιγραφή. Το ιδανικό είναι η αγωνιώδης απαντοχή του κάθε αναγνώστη με το ξαφνικό, το αναπάντεχο, το υποκειμενικό, την ελεύθερη πορεία της επιλογής.
Η Μαρίνα θα γοητευθεί από το απρόσμενο, από το πρώτο ουσιαστικό βάπτισμα της κοινωνικοποίησής της. Θα νιώσει μέλος μιας οικογένειας, μιας μικρής κοινότητας, ενός συνόλου. Αναλύει με τον μοναδικό τρόπο που μπορεί να ερμηνεύσει όσα της συμβαίνουν. Βρίσκει άραγε τον δρόμο που αποζητούσε; Οι συλλογισμοί της Μαρίνας αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο μέρος της «Μεγάλης Χίμαιρας», απόλυτα συνυφασμένοι με τον ευάλωτο χαρακτήρα της.
Γνωρίζει τη μητέρα του άντρα της, την Αννέζω, την απόλυτη μητριαρχική μορφή του μυθιστορήματος αλλά και των ναυτικών μικρών κοινωνιών του 20ου αιώνα. Η Ρεΐζενα είναι μια αυστηρή μα δίκαιη προσωπικότητα, μια χαρακτηριστική κι επιβλητική φιγούρα που παίζει ρόλο σκιώδη αλλά καθοριστικό.
Η γνωριμία της με τον μικρότερο αδελφό του Γιάννη, τον Μηνά, είναι καταλυτική. Στη «Μεγάλη Χίμαιρα» η αδιόρατη, υπονοούμενη σχέση των δύο διακατέχει όλο το έργο. Ο Καραγάτσης μεταφέρει με τρόπο υποδόριο, σαν φλέβα αδιόρατη τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο ηρώων. Ερωτική; Φόβου; Κάθαρσης; Αν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί των δύο ηρώων εμφανίζονται σαν δύο παράλληλες πορείες, απομακρυσμένες, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από έναν μακρύ μονόλογο του ίδιου ατόμου. Ο Μηνάς είναι η αρσενική φύση της Μαρίνας και η ίδια η Μαρίνα αντικατοπτρίζει τη θηλυκή πλευρά του Μηνά. Δύο δρόμοι που ξεκινούν από μια κοινότυπη γνωριμία και διασχίζονται σαν ένας, μέσα από τις προσωπικές τους εξομολογήσεις, πράξεις και σκέψεις.
Ένα ναυάγιο στο πλοίο των Ρεΐζηδων θα φέρει ανατροπές στη ζωή της οικογένειας. Όταν ο Γιάννης αναγκαστεί να μπαρκάρει ξανά, όλα θα πάρουν άλλη τροπή στη ζωή των ηρώων. Η οικονομική στέρηση, η κοινωνική απομόνωση, η βαθιά και τραγική μοναξιά που βιώνει η Μαρίνα θα γίνουν η αιτία να διαρρηχθούν οι ηθικές και συναισθηματικές ατραποί που τα χρόνια που έχουν περάσει έχουν δημιουργήσει στεγανά στην επιρρεπή ψυχοσύνθεση της Μαρίνας.
Χάνοντας κάθε ασφαλή δικλείδα που την κρατάει σε ισορροπία γίνεται θύμα της μοίρας που η ίδια προκαλεί. Ο δρόμος που θα βαδίσει κρύβει τις ενοχές, τη μετάνοια και την τιμωρία της.
Το εμβληματικό έργο του Καραγάτση είναι μια νεοελληνική πραγματεία της αρχαίας τραγωδίας που αποκαλύπτει την ισχυρή δυαδική συνθήκη της ύβρεως και της τιμωρίας. Ο συγγραφέας, εμπνευσμένος από τη μυθολογία και τα «πατήματα» του αρχαίου θεάτρου δημιουργεί μια σύγχρονη ιστορία που θυμίζει ένα αρχαιοελληνικό δράμα αλλά αναπαράγεται σε μια εποχή σύγχρονη, βαθιά ριζωμένη στα αρχέγονα ένστικτα.
Η ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι αιχμάλωτη της ίδιας της της φύσης και μάχεται εναντίον του εαυτού της. Η τρικέφαλη τρομερή Χίμαιρα, το φοβερό τέρας της μυθολογίας προσδιορίζει τις απατηλές φαντασιώσεις, το ανέφικτο, το απραγματοποίητο όνειρο. Σε όλες τις περιόδους της ζωής της Μαρίνας το μυθικό τέρας εμφανίζεται με κάποιον τρόπο στη ζωή της. Αρχικά στο όνειρό της, για να δημιουργήσει ένα προοίμιο της μετέπειτα ζωής της, στα μάγουλα ενός καραβιού, που την καλεί σε μια άγνωστη περιπέτεια. Στολίζει την ίδια της την κόρη με χρώματα χαρούμενα, του γαλάζιου και του ασημιού και της φορά ένα στέμμα που θυμίζει και πάλι τη Χίμαιρα, σαν να ορίζει με κάθε τρόπο το απατηλό της ζωής της. Η ίδια ορίζεται μέσα σε μία φαντασιακή κατάσταση από την οποία όσο και αν πολεμά δεν μπορεί να ξεφύγει.
Τα πρόσωπα του έργου είναι ένας εναλλασσόμενος Χορός, που δίνει έμφαση και τραγικότητα σε κάθε σκηνή του βίου της. Η Αννέζω, η αγέρωχη και σοφή Κασιώτισσα, μέσα από τη σιωπή της και τη αγέρωχη υπόστασή της εκπροσωπεί τη μητριαρχική ηγετική φύση των γυναικών των ναυτικών. Μα και τη συγκινητική μορφή της μητέρας που ελεεί, συγχωράει, τιμωρεί και αγωνίζεται.
Η Μοίρα και το Ριζικό είναι στοιχεία αναπόσπαστα στις ζωές των ηρώων του έργου. Μετά το ναυάγιο της «Μαρίνας», του καραβιού των Ρεΐζηδων νύφη και πεθερά θα βρεθούν στα στενά σοκάκια του νησιού για να παρηγορήσουν τις χήρες και τις μανάδες που χάσανε τα παιδιά τους. Μια τραγική σκηνή που κατακλύζει τον αναγνώστη με συναισθήματα και οδύνη. Μια άλλη Αννέζω, χαροκαμένη από τη θάλασσα, ακούει για τον χαμό του γιου της και «γλεντάει» σαν λαϊκός χαροκόπος τον θάνατο, σαν λύτρωση από την αγωνία που γεννήθηκε να υπομένει. Ο καημός της είναι το Ριζικό της, αυτό που γνωρίζει από τη στιγμή της γέννησής της.
Ο Παντελής, ένα αγόρι δεκαέξι ετών, γίνεται ναυτικός, αυτή είναι η μοίρα του. Χάνει τη ζωή του γελώντας και βρίζοντας, γλεντάει τα στερνά του, στωικός, τραγικός, μοιραίος, θαμμένος σε ένα νησί των ωκεανών, με μια λειτουργιά από τους άλλος ναυτικούς.
Ο Μηνάς που συναντάει τη δική του Χίμαιρα που αναγνωρίζει στο πρόσωπο της Μαρίνας το alter ego του, όνειρο, καταδίκη, έρωτας και θάνατος.
Ο Γιάννης που παλεύει για την κοινωνική του καταξίωση, ο πιστός εκπρόσωπος του αντρικού προτύπου. Η ψεύτικη ευτυχία που έγινε η κόλασή του.
Η «Μεγάλη Χίμαιρα» είναι ένα κλασικό έργο, μια τραγική ιστορία, με τόσο ελεύθερο και αλέγκρο ύφος που σκανδαλίζει αλλά και γοητεύει. Ο Καραγάτσης δημιουργεί δική του λογοτεχνία, δικούς του ήρωες, γεμάτους θάρρος να αποκαλυφθούν, να τιμωρηθούν, να τιμωρήσουν, να ζήσουν και να πεθάνουν, να συγχωρήσουν και να συγχωρεθούν. Δεν βάζει όρια στις ηθικές και τις αξίες. Δεν παράγει ιδεοληψία και συγκεκριμένες φόρμες συγγραφής, δίνει τη δική του γοητευτική όψη σε κάθε ήρωά του. Τρυγάει, μέσα από τη δική του αντίληψη, τη γνώση και τη σοφία του κόσμου και δημιουργεί ήρωες μυθικούς. Ανεξίτηλους και ανεξάντλητους. Διασκεδάζει με την άμετρη ανθρώπινη φύση, την ξεδιπλώνει, την εκθέτει, την εξωραΐζει, την αναγεννά και την προκαλεί να φανερωθεί σε όλο της το μεγαλείο. Και τα καταφέρνει θριαμβευτικά!