Αηδονόπιτα, Ισίδωρος Ζουργός
Η «Αηδονόπιτα» του Ισίδωρου Ζουργού είναι ένα μυθιστόρημα που διάβασα πριν από λίγο καιρό και με εντυπωσίασε, όπως τα περισσότερα από τα έργα του συγγραφέα. Σαν σήμερα, παραμονή της έναρξης του μεγάλου απελευθερωτικού αγώνα του σκλαβωμένου ελληνικού λαού, πιστεύω πως είναι η κατάλληλη ευκαιρία να αναφερθώ σε ένα έργο λογοτεχνικό που τιμά την πάλη και τη θυσία. Που καταρρίπτει τον τίτλο του· «αηδονόπιτα» είναι η λέξη που αφορά στο ανέφικτο, το ακατόρθωτο. Η ελληνική ψυχή βίωσε και προκάλεσε εκείνο που κανείς δεν πίστευε πως θα γινόταν εφικτό. Πολέμησε και χάθηκε, αγωνίστηκε και τράβηξε τον δρόμο της δικαίωσης και της ανεξαρτησίας.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Στην τουρκοκρατούμενη χώρα, το 1821, καταφθάνει ο Γκαμπριέλ, ένας Αμερικανός που, προσπαθώντας να απομακρυνθεί από τη γυναίκα που αγάπησε, γίνεται μάρτυρας του αγώνα για ανεξαρτησία του σκλαβωμένου ελληνικού λαού. Φιλέλληνας και με σπουδές στην αρχαιοελληνική ιστορία, βρίσκεται στη δίνη της Επανάστασης και παίρνει μέρος σε αυτή με αυτοθυσία και σκοπό. Μάρτυρας της εξέλιξης της διαδρομής του στην επαναστατημένη Ελλάδα είναι το δερμάτινο μικρό του ημερολόγιο, στο οποίο γράφει ανεπίδοτες επιστολές στην Ελίζαμπεθ, την αγαπημένη του που άφησε πίσω, στον τόπο του.
Η ιστορία παίρνει σάρκα και οστά στη Θεσσαλονίκη του 1821, σε ένα σκηνικό άγνωστο στο ευρύ κοινό. Η Θεσσαλονίκη καταστράφηκε και καταποντίστηκε από τις επιδρομές των Τούρκων. Ο Ζουργός, μέσα από τις εξομολογητικές επιστολές του ήρωά του, δίνει στο φως την τραγική συνθήκη που βίωσε η πόλη με την έναρξη της Επανάστασης. Ο Γκάμπριελ θα φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός εύπορου έμπορου, που το σπίτι του και η περιουσία του έχουν καταστραφεί από τους Τούρκους. Εκεί θα γνωρίσει τους βασικούς ήρωες της ιστορίας, τον Νικήτα, έναν ξεπεσμένο ήρωα που παλεύει να πάρει μέρος στην Επανάσταση, τον «μπιστικό» του Γιαννακό και την κόρη του εμπόρου Λαζαρίνα, που θα παίξει έναν από τους βασικότερους ρόλους στην ιστορία.
Ο Ισίδωρος Ζουργός δημιουργεί ένα μυθιστόρημα που, αν και θεμελιώνεται πάνω σε ιστορικές στιγμές που αφορούν την Ελληνική Επανάσταση, καταφέρνει να ψυχογραφήσει και να αναλύσει την ανθρώπινη υπόσταση, τα συναισθήματα και τον χαρακτήρα των ηρώων του δίνοντας τα μηνύματα που φέρουν οι πράξεις τους.
Ο Γκάμπριελ, επηρεασμένος από τον Λόρδο Μπάιρον, θα αναζητήσει τη φύση του και την άγνωστη για αυτόν προσωπικότητά του, αλλά τελικά θα καταφέρει να αποκτήσει έναν άλλο εαυτό, μέσα από τις ιστορικές στιγμές που βιώνει. Από τη Νάξο, που προετοιμάζεται για την Επανάσταση, στη Θεσσαλονίκη, από εκεί στον Όλυμπο, στα λημέρια των αγωνιστών, στον Ασπροπόταμο, στον Θεσσαλικό κάμπο, στην επαναστατημένη Ρούμελη και τελικά στο Μεσολόγγι, ταμπουρωμένος, το 1826, στην πιο τραγική πολιορκία και στη θρυλική Έξοδο.
Αν κάποιος θέλει να περιηγηθεί και να βιώσει τις συγκλονιστικές στιγμές της μεγάλης εξέγερσης των Ελλήνων, και να πορευθεί μέσα στην οδύνη και την αυτοθυσία των ανθρώπων που πήραν μέρος σε αυτόν τον αγώνα, προτείνω να διαβάσει την «Αηδονόπιτα». Θα ανακαλύψει κάποιους από τους αληθινούς ήρωες αλλά και τα φανταστικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Με μία γλώσσα ιδιωματική, περικαλλή, γεμάτη συναίσθημα και αρτιότητα, ένα κείμενο που ρέει και διατηρεί τη δύναμη και την ουσία του. Ο συγγραφέας αναπαριστά με τρόπο μαγικό τις σπουδαίες στιγμές την επαναστατημένης χώρας, κάνει τον αναγνώστη να γίνει αυτόπτης μάρτυρας του δραματικού εγκλεισμού των Μεσολογγιτών και να νιώσει το γιαταγάνι να σκίζει τη σάρκα του στην τραγική Έξοδο. Παράλληλα, ο έρωτας σμίγει με τον αγώνα της ελευθερίας και της δικαίωσης. Η «Αηδονόπιτα» είναι μια ιστορία για τον έρωτα, το δέσιμο, τη μάχη για την ανάγκη της λύτρωσης, ο αγώνας για την αξιοπρέπεια.
Το βράδυ η πόλη γέμισε φανάρια, κόσμος πολύς πήγαινε κι ερχόταν μέσα στα στενά. Άντρες της φρουράς περνούσαν από σπίτι σε σπίτι και διαλαλούσαν στις φαμίλιες να ξεφορτωθούν πράγματα. Δεν είχαν καμιά ελπίδα, τους φώναζαν, αν έβγαιναν έτσι φορτωμένοι σαν τα μουλάρια.
«Έχει χαντάκια όξω!» κραύγαζαν. «Θα κάμετε άλλο βιος όξω, να σωστούμε πρώτα!»
Οι πιο πολλοί καταλάβαιναν κι άφηναν μεσοστρατίς τα συγύρια τους, προικιά, τσάντες και κειμήλια. Όλοι οι δρόμοι θύμιζαν μεγάλο παζάρι, μόνο που όλοι χαρίζανε και δεν έπαιρνε κανείς.
Οι εκκλησίες όλο το απόγευμα ήταν γεμάτες, μιλιούνια κόσμος κοινωνούσε χωρίς αντίδωρο, με το χνότο βρομισμένο απ’ την πείνα γυρνούσε πίσω και χαζίρευε τα απαραίτητα. Είχε βγει σχέδιο που καθοδηγούσε τον κόσμο σε καθεμιά από τις τρεις εξόδους. Τα γυναικόπαιδα και οι φαμελίτες θα βγαίνανε απ’ τ’ ανατολικά στους βάλτους, ένα στενό γεφύρι ήταν ετοιμασμένο να πέσει πάνω απ’ την τάφρο. Οι πληγωμένοι και οι ανήμποροι θα μένανε στην πόλη συντροφιά με την τελευταία μπαρούτη.
Θα κλείσω με μια φράση του Μιχάλη Περάνθη που χρησιμοποιεί στο σημείωμα του ο συγγραφέας και έχει την πιο βαρυσήμαντη ουσία για το ‘ 21: «το είκοσι ένα δεν έχει ανάγκη από μύθους γιατί είναι από μόνο του μύθος».