Η Αγορασμένη Νύφη, Πίτερ Κονσταντάιν
Η «Αγορασμένη νύφη» του Πίτερ Κονσταντάιν είναι μια περίτεχνη μυθιστορηματική αφήγηση που κρύβει τη διαιώνιση μιας πικρής αλήθειας. Ο συγγραφέας, εμπνευσμένος από την αληθινή ιστορία των προγόνων του, ξετυλίγει ένα τραγικό χρονικό στο οποίο συμπεριλαμβάνονται ιστορικά, κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία που μπλέκονται και αλληλεπιδρούν. Το αποτέλεσμα χαρίζει στον αναγνώστη ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο. Μια μυσταγωγική και τραγική περιδίνηση από το παρελθόν στο παρόν και ίσως στη σκληρή εικόνα του μέλλοντος.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Στις αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα χωριό του Καυκάσου, οι κάτοικοί του, κυνηγημένοι από τους Ρώσους, αναγκάζονται να αφήσουν τις εστίες του και να περιπλανηθούν στα αφιλόξενα μέρη της μυθικής Κολχίδας. Το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμπαρασύρει ομάδες Ελλήνων που κατοικούν στις περιοχές αυτές αιώνες και τους ωθεί να προχωρήσουν σε ένα μέλλον, το οποίο πιστεύουν πως θα είναι καλύτερο, στην Τραπεζούντα ή και στην Ελλάδα.
Χάνοντας ό, τι με κόπο και στερήσεις έχουν αποκτήσει, βρίσκονται σε έναν εγκαταλελειμμένο στρατώνα. Εκεί, αποκομμένοι από κάθε είδους επικοινωνία, περιμένουν να βρεθεί τρόπος να φτάσουν σε ασφαλές μέρος και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Ο καιρός περνάει και όλοι απειλούνται από ασθένειες και επιδημίες. Ο μοναδικός τρόπος να σωθούν είναι ένας και αποτελεί βαρύ τίμημα για ένα μέρος των εγκλωβισμένων ανθρώπων. Οι παρθένες κοπέλες και τα νέα αγόρια των οικογενειών να πουληθούν σε πλούσιους Τούρκους προκειμένου να βρεθούν τα χρήματα για να ταξιδέψουν στη γη που πιστευουν για επαγγελία.
Μία κοπέλα, η Μαρία, θα γίνει το εξιλαστήριο θύμα για να σωθεί η οικογένειά της, ίσως και κάποιοι από τους υπόλοιπους που τελούν σε καθήλωση στον επικίνδυνο στρατώνα.
«Η Μαρία ήταν δυνατό κορίτσι που θα ήταν ικανό να κουμαντάρει ένα νοικοκυριό και να υπηρετήσει τον σύζυγο και τον πατέρα του, εκτελώντας τις προσταγές της μητέρας του, υφαίνοντας, ράβοντας, πλένοντας, αρμέγοντας κατσίκες και πήζοντας τυρί, κουβαλώντας σακιά με δημητριακά στον μύλο για άλεσμα και γεννώντας γιους.»
Η κεντρική ήρωας του μυθιστορήματος είναι η Μαρία, μια Ελληνίδα με καταγωγή από τον Καύκασο. Μια δεκαπεντάχρονη κοπέλα πανέμορφη. Η ομορφιά της είναι η τιμωρία της σε μια κλειστή κοινωνία όπως αυτή του χωριού της, αφού γίνεται αντικείμενο πόθου ακόμα και τγια τον αδελφό της, χωρίς να έχει το δικαίωμα να πει την αλήθεια στην οικογένειά της. Μια τέτοια παραδοχή, απίθανο να θεωρηθεί αληθινή. Θα έφερνε ως αποτέλεσμα την ατιμωτική τιμωρία της, τον θάνατο. Η Μαρία καταφέρνει να μάθει γράμματα κρυφά από όλους και διδάσκεται την τέχνη της φαρμακολογίας από μια γυναίκα θεραπεύτρια. Όταν φτάνει με την οικογένειά της στον στρατώνα, δέχεται την απόφαση που παίρνουν γι΄ αυτήν οι δικοί της και ο ιερέας που κανονίζει τη συναλλαγή. Ένας Τούρκος διαμεσολαβητής θα την επιλέξει για να γίνει σύζυγος ενός εύπορου Τούρκου που διαθέτει χαρέμι. Η Μαρία, χωρίς να ερωτηθεί θα αναγκαστεί να πουληθεί έναντι ενός ποσού που θα ελευθερώσει και θα σώσει τους γονείς της.
Ο Πίτερ Κονσταντάιν δημιουργεί ένα ρεαλιστικό σκληρό τοπίο, με ιστορικά στοιχεία για την εποχή και τις συνθήκες που λαμβάνουν χώρα στο έργο του. Φτιάχνει μαγικές περιγραφές για τη μυθική χώρα της Κολχίδας και για τους κατοίκους της που κρατούν στις πράξεις και στις συνήθειές τους στενά δεμένες με το αρχαίο τους παρελθόν. Η ελληνικότητα του λαού του Καυκάσου διατηρεί τη σκληρότητα της γης που τον θρέφει, ισορροπεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο τις παγανιστικές καταβολές του και τις εμπεριέχει στο χριστιανικό πρότυπο που υιοθετεί ενώ τις εξομοιώνει στο μουσουλμανικό περιβάλλον που αναγκαστικά βιώνει.
Η γυναίκα δεν έχει καμία αξία ούτε ως πρόσωπο αλλά ούτε και ως οντότητα. Βρίσκεται κλεισμένη μέσα σε ένα σπίτι υπό την ηγεσία του συζύγου, του πατέρα ή του αδελφού. Περιμένει στωικά την ώρα που δοθεί σε κάποιον που θα υπηρετεί, δουλεύοντας σκληρά και γεννώντας πολύτιμους γιους.
«Οι σκέψεις μιας κοπέλας γίνεται να είναι ελεύθερες, σκέφτεται η Μαρία, αλλά τα λόγια της όχι. Της γυναίκας η κορόνα είναι η σιωπή της.»
Ο Κονσταντάιν παράλληλα εξιστορεί και μία τραγική συνθήκη που έχει άχρονη υπόσταση και διατρέχει τους αιώνες με την ίδια ακριβώς μορφή. Η προσφυγιά δεν έχει γεωγραφικό χάρτη, είναι ίδια ακριβώς στα χρόνια που διανύει αλλά και στους τόπους που προσέρχεται. Ο συγγραφέας περιγράφει την ίδια αέναη φρίκη όσων ξεριζώνονται βίαια από τις εστίες τους. Τον απαράβατο κανόνα της σκληρότητας προς χάρη της επιβίωσης, της αλλοίωσης του χαρακτήρα και του ψυχισμού των προσφύγων, τον αγωνιώδη και απάνθρωπο τρόπο που χρησιμοποιούν για να καταφέρουν να βρουν τόπο και ταυτότητα.
Το μυθιστόρημα «Η αγορασμένη νύφη» περιγράφει ένα σκληρό και αδυσώπητο αγώνα επιβίωσης και τις καταλυτικές συνέπειες που προδιαγράφει η μοίρα στις ζωές των ανθρώπων. Η αφήγηση διατηρεί μια επαναλαμβανόμενη χρωστική που περικλείει τον ψυχισμό και το συναίσθημα που διακατέχει τους πρωταγωνιστές. Το αίμα, κόκκινο, βαθύ, απροκάλυπτο και απόλυτο, το καφέ, της σκληρής γης και της ανθρώπινης φύσης, το γκρίζο, της αρρώστιας και της ταλαιπωρίας.
Η γλώσσα που μιλάνε οι βουνίσιοι είναι πρωτόγονη και άγρια, ένα μείγμα μισολησμονημένων αρχαίων ελληνικών, ταταρικών και ντόπιων τούρκικων. Ο λόγος τους μετατρέπει ό,τι αγγίζει σε ουδέτερο, κάνοντας την Παναγία, τον Χριστό, ακόμη και τον Θεό τον ίδιο «το», σκέτο αντικείμενο – η μεγαλύτερη βλασφημία
Οι λέξεις και ο ιδιωματισμός της γλώσσας φέρνουν στο φως μια άγνωστη πτυχή ενός πολιτισμού που έζησε στα ερείπια της αρχαίας Κολχίδας και ζυμώθηκε με μύθους και ιστορίες αρχέγονες. Η σκληρή παρουσία του ανθρώπινου στοιχείου στα μέρη του Καυκάσου διακατέχεται από παραμύθια που ακούγονται από αρχαία λαούτα και διαλαλούν την ιστορία της Μήδειας, του άγιου που σκοτώνει τον δράκο, του μαύρου αετού που απειλεί και ηγείται. Τα ερείπια διατυμπανίζουν τις αρχαίες ρίζες . Οι ιστορίες κρύβουν τους πρώτους ανθρώπους που έζησαν στον τόπο, τον Αδάμ και την Εύα. Ο Κονσταντάιν περικλείει έναν ολόκληρο κόσμο από την αρχή του, καταγράφει την πορεία του και εξιλεώνει τις αδυναμίες και τα πάθη του. Το μυθιστόρημά του είναι ένα μαγικό ταξίδι με έντονα συναισθήματα και προβληματισμούς που ακόμα και σήμερα απασχολούν τον άνθρωπο.
Θυμάται να κάθεται κοριτσάκι στην πλατεία του χωριού, με τους αδερφούς της και τον πατέρα της και όλους τους συγχωριανούς μια ζεστή βραδιά, τη μυρωδιά του ανθισμένου τσαγιού, και έναν γέρο να λέει το τραγούδι με μια φωνή που ’βγαινε από βαθιά μες στο λαρύγγι του και να μιμείται με το λαούτο του τα αγκομαχητά του φιδιού και το σφύριγμα του χρυσού σπαθιού της Μήδειας, που μέσα του λάμπανε εκατό ηλιογέρματα. Το λαούτο είχε σώμα ψαριού, μακρύ λεπτό λαιμό καλυμμένο από πολλές χορδές, και στην κορυφή του λαιμού το κεφάλι του Θείου Βρέφους με μάτια που έμοιαζαν να γυρίζουν και να παρακολουθούν τους ακροατές όσο έπαιζε και τραγουδούσε ο γέρος. Έπαιζε το λαούτο του πάνω από τους άρρωστους που είχαν φέρει στην πλατεία και είχαν καθίσει στη σειρά κάτω από το πλατάνι, κι οι χορδές που πάλλονταν τραβούσαν την αρρώστια από τα κορμιά τους.
Μετάφραση · Νίνα Μπούρη
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ