Αρχιμάστορας Σόλνες, Ερρίκος Ίψεν
Ο Ερρίκος Ίψεν έγραψε τον Αρχιμάστορα Σόλνες το 1892, ενώ διέμενε στην Κριστιάνια (σημερινό Όσλο) της Νορβηγίας, στην οποία είχε επιστρέψει τον Ιούλιο του 1891 μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες στο εξωτερικό. Ο Ίψεν με τον «Αρχιμάστορα» έρχεται πιο κοντά στην ίδια του την υπόσταση και κάνει μια βαθιά ενδοσκοπική ανάλυση μέσα από τον ήρωά του. Δημιουργεί ένα έργο πιο κοντά στην ωριμότητά του και αναμετριέται με τη νεότητα, που δείχνει στο έργο του ως απειλή αλλά και με την ασίγαστη φιλοδοξία του, από την οποία δεν μπορεί να απελευθερωθεί.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Η ιστορία επικεντρώνεται στον Χάλβαρντ Σόλνες, έναν ηλικιωμένο αρχιτέκτονα και πρωτομάστορα, σε μια μικρή νορβηγική πόλη, του οποίου η επαγγελματική επιτυχία είναι συνυφασμένη με προσωπικές τραγωδίες. Το έργο ξεκινάει στο γραφείο και στο σαλόνι του Σόλνες, όπου ο συνεργάτης του, βλέποντας την επιδείνωση της υγείας του Σόλνες, παροτρύνει τον γιο του Ράγκναρ, έναν ταλαντούχο σχεδιαστή, να επιδιώξει την ανεξαρτησία του χτίζοντας μια βίλα για έναν πελάτη. Ο Σόλνες, ωστόσο, αρνείται να εγκρίνει τα σχέδια του Ράγκναρ, επικαλούμενος ανησυχίες για την ποιότητα και τον δικό του φόβο μήπως αντικατασταθεί από νεότερα ταλέντα.
Όταν η σύζυγος του Σόλνες φέρνει τον οικογενειακό τους γιατρό, Δρ. Χέρνταλ, εκφράζοντας τις ανησυχίες της για την ψυχική κατάσταση του συζύγου της, ο αρχιμάστορας εκμυστηρεύεται στον φίλο και γιατρό του τις ανησυχίες του για την άνοδο της νεότερης γενιάς στην αρχιτεκτονική, φοβούμενος ότι αυτό θα τερματίσει την κυριαρχία του. Όλα αλλάζουν με την απροσδόκητη άφιξη της Χίλντα Βάνγκελ, μιας νεαρής γυναίκας από μία κοντινή πόλη. Εκείνη ζητάει κατάλυμα και θυμίζει στον Σόλνες τη γνωριμία τους πριν από δέκα χρόνια, όταν εκείνος έκτιζε ένα καμπαναριό. Του θυμίζει πως την αποκαλούσε πριγκίπισσά του και της είχε υποσχεθεί πως θα γυρνούσε για να της χτίσει ένα βασίλειο.
Μετά από μια πυρκαγιά που έκαψε το οικογενειακό κτήμα της γυναίκας του και τον θάνατο των δύο γιων του που ήταν βρέφη, ο Σόλνες παραδέχεται πως νιώθει ελεύθερος και αποκτά την εξουσία που ο ίδιος επιθυμούσε. Η Χίλντα είναι εκείνη που του θυμίζει στιγμές από το παρελθόν, ενώ μοιράζεται μαζί του τη φαντασίωσή της να βάζει το στεφάνι στον πύργο μιας εκκλησίας, ένα τελετουργικό εγκαινιασμού για κάθε νέο κτίριο. Ενώ πείθεται να επιτρέψει στον γιο του να χτίσει τη δική του βίλα και να του δώσει συστατική επιστολή για να καταφέρει να σταδιοδρομήσει στην αρχιτεκτονική, η Χίλντα παροτρύνει τον Σόλνες να ανέβει στον πύργο του νεόδμητου σπιτιού που χτίζει για να κρεμάσει το τελετουργικό στεφάνι. Ο αρχιμάστορας δεν θέλει να ανέβει γιατί πάσχει από ιλίγγους, αλλά η Χίλντα του θυμίζει τα νεότερά του χρόνια και την τόλμη του. Τελικά ανεβαίνει κρατώντας το στεφάνι, αλλά, προσπαθώντας να κατέβει χάνει την ισορροπία του και πέφτει νεκρός.
Στο έργο του Ίψεν αναδεικνύονται τα κοινωνικά χαρακτηριστικά μιας εύπορης νορβηγικής οικογένειας και η πατριαρχική μορφή του Σόλνες, που προσπαθεί να επιβληθεί και να μη χάσει το γόητρό του. Ο «Αρχιμάστορας Σόλνες» περιγράφει με διαλόγους και ρεαλιστική μορφή την τυπική μορφή μιας οικογένειας του 19ου αιώνα στη Νορβηγία, ενώ παρεμβάλλονται συμβολισμοί και αλληγορίες που δείχνουν την ψυχολογική και ανθρώπινη υπόσταση των πρωταγωνιστών του έργου. Η προσπάθεια του αρχιμάστορα να φτάσει στον πύργο του σπιτιού του δείχνει τη φαλλική κυρίαρχη θέση του ήρωα που δεν θέλει με τίποτα να απαρνηθεί. Η άρνησή του να αφήσει τον γιο του να ανοίξει τα φτερά του δείχνει τον φόβο των γηρατειών και τον τρόπο που χάνεται η πρωτοκαθεδρία μπροστά στα νιάτα. Το έργο αντιπαραβάλλει τη νεανική ζωντάνια με τη στασιμότητα της μέσης ηλικίας, τοποθετώντας τη νεαρή Χίλντε Βάνγκελ ως μούσα και ανατρεπτική δύναμη στη ζωή του Σόλνες. Οι τολμηρές απαιτήσεις της Χίλντε ξυπνούν τα αδρανή πάθη του Σόλνες, προσφέροντας ερωτική και εμπνευσμένη ανανέωση που αμφισβητεί τη δημιουργική του αδράνεια, ωστόσο η επιρροή της τελικά τον ωθεί στην αυτοκαταστροφή.
Ο Ίψεν έχει αγαπηθεί πολύ στην Ελλάδα, και το έργο του «Αρχιμάστορας Σόλνες» ακόμα περισσότερο. Στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Αρχιτέκτων Σόλνες», πρωτοπαρουσιάστηκε μόνο για μία παράσταση, στις 15 Ιανουαρίου 1925, από τον Θίασο του Θωμά Οικονόμου, στο κτίριο του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία του ίδιου, με τη μαθήτριά του Τασία Αδάμ στο ρόλο της Χίλντε και ερασιτέχνες στην υπόλοιπη διανομή. Όταν στις 20 Μαρτίου του 1928 γιορτάστηκαν τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Ίψεν στο ελληνικό θέατρο, ο θίασος της Ελένης Χαλκούση ανέβασε τον «Αρχιτέκτονα Σόλνες» και πάλι μόνο για ένα βράδυ, στις 11 Μαρτίου του 1928, στο Εθνικό Θέατρο, με τη «φιλική σκηνοθετική επίβλεψη» του Φώτου Πολίτη. Η διανομή των ρόλων αξίζει να σημειωθεί: Χάλβαρντ Σόλνες: ο Αλέξης Μινωτής, Αλίνα Σόλνες: η Ευτυχία Παυλογιάννη, Χίλντα Βάγκελ: η Ελένη Χαλκούση, Δόκτωρ Χέρνταλ: ο Ευάγγελος Δαμάσκος, Κνουτ Μπρόβικ: ο Νικόλαος Χαλκιόπουλος, Ράγκναρ Μπρόβικ: ο Γεώργιος Βιτσώρης, Κάγια Φόσλι: η Δ. Συράκου.
Αξίζει να σημειωθεί και το ανέβασμα του έργου από τον Δημήτρη Χορν στο «Θέατρο Διονύσια» στις 2 Νοεμβρίου 1983. Τελευταία παράσταση στις 16 Απριλίου 1984. Τη σκηνοθεσία είχε υπογράψει ο Αλέξης Σολομός, τη μετάφραση ο Μάριος Πλωρίτης, τα σκηνικά και τα κοστούμια η Λίλα Ζαΐμη, τους φωτισμούς ο Αριστείδης Καρύδης – Φουξ.
Από το 1983 μέχρι και σήμερα έχουν ακολουθήσει πολλές παραστάσεις με τιο έργο του Ίψεν και πρωταγωνχστ’ες στον ρόλο του αρχιμάστορα τον Νικήτα Τσακίρογλου, σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη. Απ’ τον Γιώργο Κιμούλη, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη και απ’ τον Άκι Βλουτή, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Μπερδέκα. Η τελευταία δε παράσταση του «Αρχιμάστορα Σόλνες», στο θέατρο Ιλίσια, με πρωταγωνιστή τον Γρηγόρη Βαλτινό ήταν μία από τις πιο εξαίρετες παραστάσεις και ερμηνείες του σπουδαίου έργου του Ερρίκου Ίψεν.
Ο Ερρίκος Ίψεν γεννιέται στις 20 Μαρτίου του 1828.