Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ
Το «Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» κατάφερε να γίνει τόσο διάσημο όσο λίγα ημερολόγια στον κόσμο των ανθρώπων. Τα ημερολόγια είναι πάντα μια πολύ προσωπική υπόθεση, και σχεδόν πάντα παραμένουν κρυμμένα. Οι άνθρωποι που γράφουν σε αυτά προστατεύουν εκεί μέσα τις μύχιες σκέψεις τους, όσα δεν μπορούν να εκφράσουν στον κόσμο που ζουν -αυτό από μόνο του είναι θλιβερό, αφού σημαίνει πως η πραγματικότητά τους είναι μια συνθήκη που δεν έχουν επιλέξει οι ίδιοι, αλλά τη βιώνουν αναγκαστικά- που σημαίνει πως πρόκειται για ανθρώπους μοναχικούς, ευάλωτους και ανικανοποίητους ή ευαίσθητους.
Γράφει η Σοφία Σιγάλα
Το ημερολόγιο αυτό γράφτηκε από ένα κορίτσι μικρό, που μπορεί να μην έγραφε ποτέ ημερολόγιο αν μπορούσε να εκφραστεί και να βιώσει την παιδική του ηλικία φυσιολογικά. Η αξία του, που αποδείχτηκε στον χρόνο, είναι πολύτιμη, γιατί είναι η μοναδική μαρτυρία ενός παιδιού που έμεινε κρυμμένο για δύο περίπου χρόνια, ώστε να καταφέρει να επιβιώσει από έναν παράλογο πόλεμο ενηλίκων -όπως είναι όλοι οι πόλεμοι- και η μόνη κληρονομιά που άφησε είναι ένα μπλοκ κόκκινο και άσπρο, μέσα στο οποίο φαντάστηκε τη ζωή που θα κέρδιζε, αν τα κατάφερνε να γλυτώσει από τον όλεθρο. Άραγε, αν είχαμε κι άλλα τέτοια ημερολόγια παιδιών, πόσο κοινά θα ήταν με αυτά του μικρού κοριτσιού;
Ο πατέρας της τής το χάρισε στις 12 Ιουνίου του 1943, δώρο για τα γενέθλια της. Γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1929 και ποτέ δε φαντάστηκε πως θα διέγραφε μια τόσο μικρή τροχιά πριν ολοκληρωθεί ο κύκλος της ζωής της. Δεν το σκέφτηκε ούτε όταν έγραφε τις πρώτες γραμμές του καινούριου της σημειωματάριου, στις 20 Ιουνίου του 1942:
Η εγγραφή σε ένα ημερολόγιο είναι μια πραγματικά παράξενη εμπειρία για κάποιον σαν εμένα. Όχι μόνο επειδή δεν έχω γράψει ποτέ τίποτα πριν, αλλά και γιατί μου φαίνεται ότι αργότερα ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος δεν θα ενδιαφέρεται για το μυαλό μιας μαθήτριας δεκατριών χρονών.
Η Άννα Φρανκ θα γίνει το πιο ενδιαφέρον παιδί, με μια ιστορία που την έκαναν τραγική οι δολοφόνοι της μιας και, υπό φυσιολογικές συνθήκες, πράγματι δε θα ήταν τίποτα παραπάνω από ένα παιδί της δεκαετίας του 40′, που θα ζούσε με τους γονείς της στη Γερμανία και θα έκανε όνειρα για το μέλλον της.
Κλεισμένη σε ένα «παράσπιτο» , στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, μαζί με τους γονείς της και την αδελφή της, θα ζήσει για δύο χρόνια, με μοναδικό φίλο της την Κίττυ, ένα πρόσωπο φανταστικό που επινόησε και της εκμυστηρεύεται σε έναν ημερολόγιο την κάθε μέρα που βρίσκεται κρυμμένη επειδή είναι Εβραία και διώκεται από τους Ναζί.
Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είναι πλούσιο από συναισθήματα, με μια ώριμη γραφή και ακόμα ωριμότερη σκέψη -δε γνωρίζω αν τα παιδιά εκείνης της περιόδου, επειδή μεγάλωναν πιο γρήγορα το κατάφερναν αυτό ή η συγκυρία και ο πόλεμος τη μετέτρεψαν σε μια μικρή σοφή της ζωής- που αναδεικνύει την κάθε μέρα ξεχωριστά και την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού που πιστεύει πως θα σωθεί. Μαλώνει με την έγκλειστη οικογένειά της, ζηλεύει τη μεγάλη της αδελφή, την αγαπάει, ερωτεύεται τον Πέτερ, αναλύει κάθε λεπτό της, ακούει ραδιόφωνο και διαβάζει βιβλία.
Επιθυμώ να οδηγήσω ένα ποδήλατο, να χορέψω, να σφυρίξω, να κοιτάξω τον κόσμο, να νιώθω νέα και να γνωρίζω ότι είμαι ελεύθερη, και όμως, δεν μπορώ να τα αφήσω να φανούν όλα αυτά. Φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν και οι οκτώ από εμάς ήμασταν να λυπηθούμε για τον εαυτό μας ή να περπατήσουμε γύρω μας με τη δυσαρέσκεια που είναι σαφώς ορατή στα πρόσωπά μας. Πού θα μας φτάσει;
Η Άννα Φρανκ είναι ένα κορίτσι της ζωής. Φλογερή και ατίθαση, κρίνει και συμπεραίνει, κρατά ισορροπίες για να τα βγάλει πέρα, σχολιάζει τα πολιτικά τεκταινόμενα, συζητά και γράφει…Γίνεται μια λογοτέχνης ακούσια για να επιβιώσει. Εκφράζει ερωτήματα και εμπίπτει σε συναισθηματικά μπερδέματα, αλλά παλεύει. Μετατρέπεται σε έναν μεγάλο άνθρωπο μέσα σε σώμα έφηβης. Είναι ένα παιδί του πολέμου.
Είμαι η ίδια κριτικός του εαυτού μου, και μάλιστα η πιο αυστηρή. Ξέρω τι είναι καλογραμμένο και τι δεν είναι. Όποιος δεν γράφει, δεν ξέρει τι θαυμάσιο πράγμα είναι το γράψιμο.
[…]Θα ήθελα να προχωρήσω, να κάνω κάτι. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ζω σαν τη μητέρα, την κυρία Βαν Ντάαν και όλες αυτές τις γυναίκες που κάνουν το καθήκον τους και αργότερα θα ξεχαστούν.
[…]Θέλω να συνεχίσω να ζω, ακόμη και μετά το θάνατό μου! Γι’ αυτό ευγνωμονώ τον Θεό, που μου έδωσε αυτό το χάρισμα, αυτή τη δυνατότητα να αναπτύσσομαι και να γράφω, δηλαδή να εκφράζω ό,τι συμβαίνει. Απόσπασμα (σελ.233)
Προφανώς και τα κείμενα του ημερολογίου της έχουν δεχτεί επιμέλεια και ίσως κάποιο «χτένισμα» πριν εκδοθούν από τον πατέρα της, τον μόνο επιζώντα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που οδηγήθηκε η οικογένεια τους έπειτα από την αποκάλυψη της κρυψώνας τους, δεν παύει, όμως, να αποτελούν την πρωταρχική σκέψη της, και αυτό από μόνο του είναι πολύτιμο και ακριβό.
Πώς θα ήταν τα παιδιά που χάθηκαν και όσα επέζησαν από τους πολέμους αυτού του κόσμου, χωρίς το τραύμα και την απειλή; Πώς θα ήταν η Γη χωρίς τους πολέμους; Ποιες σκέψεις και όνειρα θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και να μη χαθούν στο μίσος του πριν, αλλά και του μετά, που κατακάθεται στις ψυχές και τις συνειδήσεις όσων απέμειναν;
Η Άννα Φρανκ, όπως και χιλιάδες άλλα παιδιά, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πέθαναν ή σκοτώθηκαν και ποτέ δεν πραγματοποίησαν τα όνειρα τους. τα «ημερολόγια» τους -γραμμένα ή αποτυπωμένα μέσα στο μυαλό και την ψυχή τους- χάθηκαν μαζί με αυτά. Το κόκκινο και λευκό σημειωματάριο, όμως, που βρήκε μια καθαρίστρια μετά τον πόλεμο, είναι η απόδειξη πως τα παιδιά έχουν δικαίωμα να ζουν και να χρήζουν σεβασμού.
Γράφοντας, απαλλάσσομαι απ’ όλα, η λύπη μου εξαφανίζεται, το θάρρος μου ξαναγεννιέται. Αλλά το μεγάλο πρόβλημα είναι τούτο: θα μπορέσω ποτέ να γίνω δημοσιογράφος ή συγγραφέας; Το ελπίζω και μάλιστα το ελπίζω πολύ! Γιατί, γράφοντας μπορώ να σταθεροποιώ στο χαρτί το καθετί: τις σκέψεις μου, τα ιδανικά μου, τις φαντασίες μου…
[…]Εμπρός, λοιπόν, με νέο θάρρος! Πιστεύω πως θα επιτύχω, γιατί είμαι αποφασισμένη να γράψω!
Τα ημερολόγια είναι πάντοτε πολύτιμοι θησαυροί, όχι μόνο γιατί κάποιοι καταθέτουν τη σκέψη τους, αλλά γιατί είναι ένα ίαμα για τις ψυχές που δεν μπόρεσαν ποτέ να φωνάξουν τις αλήθειες τους σε έναν κόσμο που μισεί τα ειλικρινή συναισθήματα και τις ανθρώπινες εξομολογήσεις.
Στις 12 Μαρτίου του 1945 πεθαίνει η Άννα Φρανκ από τύφο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλσεν. Τρεις μέρες πριν είχε πεθάνει η αδελφή της Μαργκότ, ενώ η μητέρα της είχε αφήσει την τελευταία της πνοή στο Άουσβιτς. Ο πατέρας της ήταν ο μοναδικός επιζών ο οποίος και βρήκε και εξέδωσε το ημερολόγιο της κόρης του.